
Χρήστος Χρυσανθόπουλος
Χρήστος Χρυσανθόπουλος
Ο Χρήστος Χρυσανθόπουλος γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1949 στο Κάτω Γραμματικό Πέλλας, σε μια εποχή που η Ελλάδα μόλις είχε αρχίσει να ανασαίνει μετά τα χρόνια της δοκιμασίας της Κατοχής. Η καταγωγή του από τον Πόντο ήταν βαθιά ριζωμένη στην ταυτότητά του. Ο πατέρας του καταγόταν από το Τσαγκάρ’ (ή Ρωμανού), χωριό της Γαλίαινας του Πόντου, και η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Γραμματικό μετά την προσφυγιά. Εκεί παντρεύτηκε την Κλειόπη Κορυφίδου, την Κλείτσα όπως την αποκαλούσαν, με καταγωγή από την Όλασσα Τραπεζούντας, η οποία ήταν εγκατεστημένη στους Πύργους Πτολεμαΐδας.
Ήταν το τελευταίο από τα επτά αδέλφια της οικογένειας, παίρνοντας το όνομα του μεγαλύτερου αδελφού του Χρήστου, ο οποίος είχε προγενέστερα σκοτωθεί τραγικά από νάρκη. Η καταγωγή του από τον Πόντο σημάδεψε βαθιά την ψυχή της οικογένειας, όπως αποτυπώνεται και στο δίστιχο που στιχούργησε ο αδελφός του Γιώργος και μπήκε στη δισκογραφία από τον Χρήστο: «Ο κύρη μ’ έν ας ση Τσαγκάρ’, η μάνα μ’ Ολασέτ’σσα/ εγώ το ρακίν ’κ’ έπινα ατώρα πώς εμέτσα;».
Από μικρός γνώρισε την αξία της σκληρής δουλειάς, καθώς τα παιδικά του χρόνια κυλούσαν ανάμεσα στα θρανία του γυμνασίου και του λυκείου, αλλά και στην οικοδομή, όπου βοηθούσε για να συμβάλει στα οικογενειακά έξοδα.
Το 1968, όπως όλοι οι νέοι της γενιάς του, κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα του. Δύο χρόνια αργότερα, το 1970, επέστρεψε από το στρατό, έτοιμος να χαράξει τη δική του πορεία στη ζωή.
Το 1972 σημάδεψε μια νέα αρχή στην προσωπική του ζωή, καθώς αρραβωνιάστηκε την Παρθένα «Νόπη» Κρητίδου. Μαζί ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, όπου αρχικά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Σκρα και στη συνέχεια μετακόμισαν στην περιοχή Κασσάνδρου. Την ίδια χρονιά, ο Χρυσανθόπουλος ξεκίνησε τις σπουδές του στην Τεχνική Σχολή Παστέρ ως οδοντοτεχνίτης, από την οποία αποφοίτησε επιτυχώς. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, εργάστηκε σε ένα εργαστήριο για να αποκτήσει την απαραίτητη πρακτική εμπειρία, προτού τολμήσει το μεγάλο βήμα, ανοίγοντας το δικό του οδοντοτεχνικό εργαστήριο στην οδό Αγίας Σοφίας, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα ενεργό. Το 1976 παντρεύτηκε την αγαπημένη του Νόπη, αποκτώντας μάλιστα δύο κόρες, την Κλειώ και την Μαρία.
Σε όλο αυτό το διάστημα, η αγάπη του για την τέχνη τον συντρόφευε σταθερά. Ασχολούνταν ερασιτεχνικά με τη λύρα, παίζοντας στο σπίτι με φίλους ή σε τραπέζια, γεμίζοντας τις στιγμές με μουσική και χαρά. Ένας από τους ανθρώπους που τον μύησε στα μυστικά της λύρας, μεταδίδοντάς του πολύτιμες γνώσεις και τεχνικές, ήταν ο Τάκης Σαχινίδης. Ο Χρυσανθόπουλος διακρινόταν για το πάθος με το οποίο καταπιανόταν με τη λύρα, για την εκφραστικότητά του, αλλά και για τη βαριά, ζεστή φωνή του που ανέδιδε άρωμα Πόντου μεστό πάθους και πόνου. Έγινε συνώνυμος όχι τόσο με την τεχνική αρτιότητα, όσο με τη βιωματική ένταση και την ψυχή που έβαζε σε κάθε του ερμηνεία.
Η δισκογραφική του πορεία ξεκίνησε το 1980 με τον δίσκο «Τραπεζούντα ρίζα μ’», στον οποίο στο τραγούδι ακουγόταν ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ένας τραγουδιστής που αποτέλεσε μεγάλο κεφάλαιο της ποντιακής μουσικής σκηνής και μετέπειτα μόνιμος συνεργάτης του.
Το καλοκαίρι του 1981 αποδείχθηκε καθοριστικό για την πορεία του. Παραθερίζοντας στην Ποτίδαια μαζί με φίλους, γνώρισε τον Τάκη Κερασίδη, ιδιοκτήτη του γνωστού ποντιακού κέντρου διασκέδασης της εποχής «Ξενιτέας». Η γνωριμία αυτή εξελίχθηκε σε μια στενή επαγγελματική συνεργασία, καθώς ο Κερασίδης τον κάλεσε να εργαστεί στο μαγαζί του. Εκεί, ο Χρυσανθόπουλος συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τον Χρήστο Παπαδόπουλο, συνθέτοντας ένα πολύ δημοφιλές δίδυμο, ενώ ο ίδιος αποκόμισε πολύτιμη και πολυεπίπεδη εμπειρία από αυτή τη συνεργασία.
Το 1983 ακολούθησε ο δίσκος «Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς», μια συνεργασία με το «ιερό τέρας» του ποντιακού τραγουδιού, τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1985, κυκλοφόρησαν δύο σημαντικοί δίσκοι. Ο πρώτος, «Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’», ήταν και πάλι μια συνεργασία με τον Χρήστο Παπαδόπουλο. Ο δεύτερος, «Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο», αφιερωμένος στη μνήμη του πατριάρχη της λύρας Γώγου Πετρίδη, είχε τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο στο τραγούδι, ενώ στη λύρα τον συνόδευε ο γιος του Γώγου, Κωστάκης Πετρίδης «το Γωγοπούλ’». Σε δύο τραγούδια τον συνόδεψε το έτερο «Γωγοπούλ’», ο άλλος γιος του Γώγου, Σταύρος Πετρίδης.
Μετά από πολλές σκέψεις και σχεδιασμό, το 1992 ήρθε η στιγμή να υλοποιήσει το όραμά του. Με συνεταίρους τους Παύλο Μανουσαρίδη, Τάκη Κερασίδη αλλά και τη σύζυγό του Νόπη άνοιξε το δικό του μαγαζί, το «Μίθριο». Το «Μίθριο» χάραξε την δική του ιστορία στα ποντιακά δρώμενα της Θεσσαλονίκης για σχεδόν δύο δεκαετίες μέχρι το κλείσιμο του το 2011. Εκεί, για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης, ο Στάθης Νικολαΐδης και ο Αλέξανδρος Παρχαρίδης, καταφέρνοντας να δημιουργήσει έναν ζεστό και φιλόξενο χώρο που έγινε σημείο αναφοράς στην ιστορία της ποντιακής μουσικής σκηνής.
Ακολούθησαν οι συνεργασίες με τον Στέλιο Καζαντζίδη που θα γράψουν εποχή στην ποντιακή δισκογραφία, σπάζοντας τα ρεκόρ πωλήσεων δίσκων ποντιακής μουσικής. Μέσω ενός φίλου, είχε την τιμή να γνωρίσει τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη, και η φιλία τους ανθοφόρησε σε μουσική συνεργασία. Το 1993 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Τ’ αηδόνια του Πόντου», με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη στο τραγούδι. Ένα χρόνο αργότερα, το 1994, ακολούθησε το «Συναπάντεμαν», με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Στάθη Νικολαΐδη στο τραγούδι. Το 1997 κυκλοφόρησε ο τρίτος δίσκος της συνεργασίας τους, «Πατρίδα μ’, αραεύω σε», με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Στάθη Νικολαΐδη και πάλι στο τραγούδι.
Η αγάπη του για την τέχνη δεν περιοριζόταν στη λύρα. Ασχολούταν επίσης ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική, βρίσκοντας στο πινέλο και τα χρώματα μια διέξοδο έκφρασης.
Οι φιλίες ήταν πάντα σημαντικές για τον Χρήστο. Στενοί του φίλοι ήταν ο Γιώργος Στεφανίδης, ο οποίος μάλιστα υπήρξε μαθητής του στην οδοντοτεχνία, καθώς και οι Χρήστος Αντωνιάδης, Παναγιώτης Σελβιαρίδης και Κώστας Τριανταφυλλίδης. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν τον κοντινό του κύκλο, μαρτυρώντας τη ζεστασιά και την αυθεντικότητα του χαρακτήρα του.
Το 1995, η ζωή του Χρυσανθόπουλου δοκιμάστηκε σκληρά όταν διαγνώστηκε με λευχαιμία. Ο ποντιακός κόσμος που τον αγαπούσε και τον ξεχώριζε για τον αξιαγάπητο χαρακτήρα αλλά και τις πολλές αγαθοεργίες του, του συμπαραστάθηκε και συνέπασχε μαζί του. Χαρακτηριστικό γεγονός υπήρξε η εμφάνισή του σε τηλεοπτική εκπομπή τοπικού καναλιού της Θεσσαλονίκης, όπου εμφανίστηκε μαζί με τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Εκείνη τη συγκινητική στιγμή, ο αείμνηστος Χρύσανθος, ανταπαντώντας στα δίστιχα που τραγουδούσε ο Χρυσανθόπουλος, σύνθεσε σε πραγματικό χρόνο δίστιχα με τα οποία προσπάθησε να του δώσει κουράγιο και ελπίδα στη μάχη με την αρρώστιά του. Παρά τον αξιοπρεπή αγώνα που έδωσε, στις 28 Ιουλίου 1998, έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά αγάπης, δημιουργίας και φιλίας.
Η μνήμη του, όμως, παραμένει ζωντανή. Το 2009 εκδόθηκε ο δίσκος «Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω», αφιερωμένος στη μνήμη του Χρήστου Χρυσανθόπουλου, με ανέκδοτες ηχογραφήσεις που δεν πρόλαβε να δισκογραφήσει. Στο τραγούδι ακούγεται ο φίλος του Φίκος Καλλιφατίδης, ενώ σε ένα τραγούδι ακούγεται να τραγουδάει και ο ίδιος ο Χρήστος. Ο στενός φίλος του και μαθητής του Γιώργος Στεφανίδης έκανε μία φιλική συμμετοχή, παίζοντας και τραγουδώντας σε ένα τραγούδι.
Ο Σύλλογος Ποντίων Καλλιθέας Συκεών καθιέρωσε κάθε χρόνο εκδηλώσεις προς τιμήν του με τον τίτλο «Χρυσανθοπούλεια», που πλέον έχουν λάβει τον χαρακτήρα θεσμού. Έτσι, το όνομα και το έργο του Χρήστου Χρυσανθόπουλου συνεχίζουν να εμπνέουν και να ενώνουν ανθρώπους, αποτίοντας φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που έζησε με πάθος και αφοσίωση.
album
Albums/Singles (12)
lyrics
Τραγούδια (130)
- Hui Hui - Lazutlar II
- Αγρέλαφον - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Αδά σο καταλάι απάν’ - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Αητέντς επαραπέτανεν - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Αλάν τουλάν - Όντες εγεννέθε ατέ
- Αλάν τουλάν - Συνεχίζοντας την παράδοση
- Άλλο σην πόρτα σ’ ’κ’ έρχουμαι - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Ανασακιάζομε - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Απέσ’ σ’ άψιμον καίουμαι - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Από πατέραν ορφανός - Εμείς οι Πόντιοι
- Ατό τ’ εσόν ο πρόσωπον - Εμείς οι Πόντιοι
- Αφήνω σε, γαρή μ’, να ζεις - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Ε! Χρήστο Χρυσανθόπουλε - Τη ψ̌ης το καρακίδ’
- Εβγαίν’ ο Χάρον - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Εγροίκ’σα ντ’ αποθάνω εγώ - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Εγώ είμαι εκείνον το πουλίν - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Ειρήνη ση γην - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Εκούρεψαμε τον χορόν - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Έλα-έλα - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Ελένκω - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Ένας αητέντς ’κι δί’ την ψ̌ην - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Εξέβα απάν’ σο Ποζ-Τεπέ - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Επέζεψα το πεκιαρλούκ’ - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Εσένα εγάπανα - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Εσύ είσαι αστρογέννητος - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Εσύ είσαι το στουλάρι μ’ - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Εσύ τίνος είσαι; - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Έτα - έτα, Παναέτα - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Έταιρον κι η λυγερή - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Ετσ̌όκεψα ’ς σα κάλλια σ’ - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Εχάσα το μικρόν τ’ αρνί μ’ - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Ζωή επήεν σο νερόν - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Η ζουπούνα τ’ς έχ̌’ λογάδι͜α - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Η κεμεντσ̌έ - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Η μάνα μ’ - Εμείς οι Πόντιοι
- Η μάνα, ρίζα μ’, ’κι αποθάν’ - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Η παρά - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Η τσάμι͜α σ’ κατακέφαλα - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Θα σπίγγω, σπίγγω - Συναπάντεμαν
- Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Θεέ μ’, σο παραπέντε - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Θυμούμαι τα νεότητα μ’ - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Καλανταρί’ εγνώρτσα σε - Συνεχίζοντας την παράδοση
- Κανείς ’κ’ έν’ άμον ατέναν - Εμείς οι Πόντιοι
- Κατήβα νύφε σο μαντρίν - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- ’Κι θέλω τα παράδες ι-σ’ - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Κοντόχρονον - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Κόρη, κρύον νερόν είσαι - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Λεγνή μ’, πολλά λεγνέσσα - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Λενίτσα μ’ - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Μαεμένον - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Μάθα γράμματα, Γιωρίκα - Εμείς οι Πόντιοι
- Μάθα τέχνην κι άφ’ς ατο - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Μάνα - Deniz’e
- Μάνα, θέλω να παντρεύω - Πόντος, η πατρίδα μου
- Μάνα, μάνα - Χρήστος Παπαδόπουλος
- Μάνα, μάνα - Η μάνα
- Μάνα, μάνα - Μάνα, μάνα
- Μάνα, μάνα - Μάνα, μάνα
- Μάνα, μάνα - Μάνα, μάνα
- Μάνα, μάνα, αναχάπαρα - Ο τσ̌οπάνον
- Μάνα, μάνα για τ’ εμέν - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Μανίτσα μ’ - Συναπάντεμαν
- Μανίτσα μ’, χούι-χούι - Κορίτσ’ καματερόν, νύφε στολίζ’ν’ ατεν
- Μοθόπωρος καιρός έτον - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Να έμ’νε μικρόν μελεσσίδ’ - Έναν βράδον μαεμένον
- Να έμ’νε μικρόν μελεσσίδ’ - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Ντό τυλί͜εις και αποτυλί͜εις - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Ξενιτεμένον ψ̌όπο μου - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Ο γυρευόν - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Ο μαναχόν ο Γιάννες - Συναπάντεμαν
- Ο Πόντιον με τ’ άρματα - Συναπάντεμαν
- Ο πρόσωπο σ’ ηλιόλουστον - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Ο φέγγον - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Ο φέγγον - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Οι δύ’ πα, Στέλιο μ’, έζησαμ’ - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Οι δύ’ πα, Στέλιο μ’, έζησαμ’ - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Οι Πόντιοι αδελφωμέν’ - Εμείς οι Πόντιοι
- Όλα τα τριαντάφυλλα - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Όλιτσ̌κα - Συναπάντεμαν
- Ονέρ’τα, πόνι͜α, τάματα - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Ορθοδοξία - Συναπάντεμαν
- Πάει ομάλα̤, πάει και τίκια - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Πατέρα, δος με την ευχ̌ή σ’ - Έρθεν η ώρα
- Πατέρα, δος με την ευχ̌ή σ’ - Ο Πόντος ζει
- Πατέρα, δος με την ευχ̌ή σ’ - Ους ο Θεός συνέζευξεν | Τραγούδια του γάμου από όλη την Ελλάδα
- Πατέρα, δος με την ευχ̌ή σ’ - Συναπάντεμαν
- Πατέρα, σα καιρούς εμουν - Συναπάντεμαν
- Πατρίδα μ’, αραεύω σε - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Πατρίδα μ’, αραεύω σε - Αροθυμώ και τραγωδώ
- Πατρίδα μ’, αραεύω σε - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Πατρίδα μ’, αραεύω σε - Έρθεν η ώρα
- Πεινώ και τρώγω αίματα - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Πεινώ και τρώγω αίματα - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Πεινώ και τρώγω αίματα - Πόντος, δικαίωμα στη μνήμη
- Πόντιοι ξεριζωμέν’ - Εμείς οι Πόντιοι
- Πονώ και τυρα̤ννίγουμαι - Εμείς οι Πόντιοι
- Πουλί μ’, σα τέρτι͜α τη ζωής - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Πουλόπο μ’, όθεν πορπατείς - Τον Πόντον εροθύμεσα | Σύλλογος Ποντίων Ελευθερίου-Κορδελιού
- Πουλόπο μ’, όθεν πορπατείς - Πουλόπο μ’, όθεν πορπατείς
- Πουλόπο μ’, όθεν πορπατείς - Πουλόπο μ’, όθεν πορπατείς
- Σίδερα τα καρδίας - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Συντέκ’σσα Ματσουκάτ’σσα - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Τ’ εμόν ο φίλον - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Τ’ εμόν τ’ αρνίν ’κ’ ευρίεται - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Τ’ ομμάτι͜α τ’ς παρλαεύ’νε - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Τα κορώνας ευτάν’ γάμον - Όνταν ο Πόντον κρούει σο νου μ’
- Τα μαλλία μ’ ντ’ έσπρυναν - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Τα μελεσσίδι͜α έρχουνταν - Τη ψ̌ης ι-μ’ τοξαρέας
- Τα παράπονα του ξενιτέα - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Τα τέρτι͜α μ’ δεκατρία - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Τα χρονόπα μ’ πολλά μικρά - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Τη βρούλας έ͜εις τα κόκκινα - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Την πάχνιαν και τα σύννεφα - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Τίμι-τίμι τον αητόν - Μια βραδιά στον Ξενητέα
- Τίμι-τίμι τον αητόν - Λόγια από καρδίας
- Το καρδόπο μ’ αγράμπελον - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Το μέλ’ ας σα φιλέματα σ’ - Εμείς οι Πόντιοι
- Το μικρόν τ’ αρνί μ’ - Εμείς οι Πόντιοι
- Τον πατέρα μ’ αγαπώ - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- Του Νικόλα η τραγωδία - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Τσ̌άμπασ̌ιν - Τ’ αηδόνια του Πόντου
- Τσ̌άμπασ̌ιν - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Φεγγαρολούστ’, μικρόν αρνί μ’ - Θεέ μ’, ενέσπαλες τ’ ανθρώπ’ς
- Φραντάλα - Τραπεζούντα, ρίζα μ’
- ’Χ̌ι͜ονίγα, μάνα μ’, ’χ̌ι͜ονίγα - Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο
- Χαψία - Όσα ’κ’ επρόφτασα να λέω
- Χούι χούι - Πατρίδα μ’, αραεύω σε
- Χούι χούι - Ποντιακό προσκλητήριο | Τραγούδια και χοροί του Πόντου
- Χούι-χούι - Έναν μουχαπέτ’ σα Ούτσ̌ενα











