.
.
Ξενοφών Άκογλου

Ξενοφών Άκογλου

ΛαογράφοςΣυγγραφέας

Ξενοφών Άκογλου

Ημερομηνία Γέννησης1895
Απεβίωσε1 Δεκεμβρίου 1961
fullscreen
Ο Ξενοφών Άκογλου, γνωστός με το ψευδώνυμο «Ξένος Ξενίτας», υπήρξε Έλληνας λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος και ανώτερος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ποντιακής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1895 στην Σαμψούντα (Αμισό) και πέθανε αιφνιδίως στην Αθήνα το μεσημέρι της 1ης Δεκεμβρίου 1961. Ήταν γιος του Κοσμά Άκογλου και της Αφροδίτης Γρηγοριάδου και καταγόταν από εύπορη και κοινωνικά διακεκριμένη οικογένεια. Σε πολύ μικρή ηλικία οι γονείς του εγκατέλειψαν τη Σαμψούντα και εγκαταστάθηκαν στα Κοτύωρα, γενέτειρα της μητέρας του. Εκεί ο Άκογλου ξεκίνησε τη σχολική του πορεία, ολοκλήρωσε το Δημοτικό και φοίτησε έως τη Β΄ τάξη του Γυμνασίου. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αμισό, όπου αποφοίτησε από το τοπικό Γυμνάσιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε για το ήθος, την επιμέλεια και τη φιλομάθειά του, αποτελώντας υπόδειγμα μαθητή. Τον Σεπτέμβριο του 1914, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και έλαβε φύλλο πορείας για το Ερζιγκιάν, όπου λειτουργούσε η Σχολή Υπαξιωματικών. Το 1915 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στον στρατό της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή κατά των Γερμανών και των Βουλγάρων και τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη του Σκρα, γεγονός που τον απομάκρυνε προσωρινά από το μέτωπο. Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών το 1918, τιμητικά και με μέριμνα του διοικητή του, σπούδασε με έξοδα του ελληνικού στρατού στη Σχολή Υπαξιωματικών και αποφοίτησε με τον βαθμό του Εφέδρου Υπολοχαγού. Τον Αύγουστο του 1919 εντάχθηκε στο Τάγμα Ποντίων Εθελοντών, που είχε συγκροτηθεί στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της διπλωματικής προσπάθειας για την προώθηση της ιδέας ανεξάρτητου ποντιακού κράτους, υπηρετώντας ως Λοχαγός και Διοικητής του Β΄ Λόχου στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Μετά τη διάλυση του Τάγματος υπηρέτησε στο 3ο Τάγμα μετόπισθεν και ακολούθως στο 27ο Σύνταγμα πρώτης γραμμής στο Εσκί Σεχίρ, καθώς και στο 42ο Σύνταγμα Πλαστήρα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών επέστρεψε στην Ελλάδα, προήχθη σε μόνιμο Λοχαγό και το 1925 εισήχθη στη Σχολή Πολέμου, από την οποία αποφοίτησε ως Επιτελής. Υπηρέτησε σε πλήθος μονάδων και επιτελικών θέσεων σε διάφορες περιοχές της χώρας, μεταξύ άλλων στην Έδεσσα, τα Γιαννιτσά, τη Δράμα, την Κομοτηνή και στο Επιτελείο Σώματος Στρατού Καβάλας. Τον Οκτώβριο του 1935, μετά από είκοσι έτη συνεχούς υπηρεσίας, αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Ταγματάρχη. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο επανήλθε προσωρινά στο στράτευμα ως Επιτελής, έπειτα από επίμονη προσωπική αίτηση, και έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις στο Αλβανικό Μέτωπο. Παράλληλα με τη στρατιωτική του σταδιοδρομία, ήδη από τα χρόνια της θητείας του αρθρογραφούσε συστηματικά σε τοπικές εφημερίδες των περιοχών όπου υπηρετούσε, με κείμενα που αφορούσαν εθνικά ζητήματα, ιστορία, μουσική και πολιτισμό. Το κύριο συγγραφικό και λαογραφικό του έργο αναπτύχθηκε μετά την αποστράτευσή του. Το 1939 εξέδωσε τα «Λαογραφικά Κοτυώρων», ένα εκτενές έργο 532 σελίδων, καρπό μακρόχρονης και επίπονης συλλογής υλικού από Κοτυωρίτες διασπαρμένους σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε σταθμός στη νεοελληνική λαογραφία, του χάρισε πανελλήνια αναγνώριση και τιμήθηκε με βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Την ίδια χρονιά εξέδωσε τα «Ηθογραφικά διηγήματα». Κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Αλβανίας συνεργάστηκε ως ανταποκριτής με το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Στα χρόνια της Κατοχής ανέλαβε την αρχισυνταξία και την επιμέλεια του λαογραφικού περιοδικού «Χρονικά του Πόντου», που εξέδιδε ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται - Κομνηνοί», θέση την οποία διατήρησε από το 1943 έως το 1946. Το 1945 εξέδωσε το βιβλίο «Το θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας», βασισμένο στις προσωπικές του εμπειρίες και ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Το 1949 κυκλοφόρησε το ιστορικό θεατρικό δράμα «Ο Ακρίτας», τρίπρακτο έργο γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο, αφιερωμένο στην αντίσταση των Ελλήνων του Δυτικού Πόντου την περίοδο 1915 - 1922. Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών, μεταξύ των οποίων ο «Προσφυγικός Κόσμος», ο «Κόσμος» Αθηνών, η «Πρωινή» Καβάλας, ο «Μακεδονικός Αγών», η «Νέα Εποχή» Κατερίνης, τα «Μικρασιατικά Χρονικά», η «Ποντιακή Εστία» και το «Αρχείον Πόντου». Αν και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο στα Κοτύωρα, πραγματοποίησε εκτενή λαογραφικά αφιερώματα και σε άλλες περιοχές, όπως η Πουλαντζάκη, η Τρίπολη και το Κόλντερε της Μικράς Ασίας, καθώς και η Βήσσανη της Ηπείρου. Η κηδεία του τελέστηκε την επομένη του θανάτου του στον Ιερό Ναό Αγίου Λουκά Πατησίων και η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδέλφειας, παρουσία συγγενών, φίλων και ανθρώπων του πνεύματος, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Μετά τον θάνατό του δημοσιεύθηκαν πλήθος ποιημάτων και άρθρων που ανέδειξαν την προσωπικότητά του, το ήθος και τη διαχρονική αξία του έργου του. Το συνολικό του έργο αποτελεί έως σήμερα θεμελιώδη συμβολή στη μελέτη, καταγραφή και διατήρηση της ποντιακής πολιτιστικής και λαογραφικής κληρονομιάς. Η αφοσίωσή του στη συλλογή και καταγραφή της λαογραφίας των Κοτυώρων αποτελεί πολύτιμη πηγή για τους μελετητές και τους ενδιαφερόμενους για την ιστορία και τον πολιτισμό του Πόντου.


Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost