.
.
Λαογραφικά Κοτυώρων | Από τη ζωή του Πόντου

Ερερίντζ̌ας και γαρερίντζ̌ας

Έτον είνας βασιλέας κι είχ̌εν έναν μοναχοπαίδ’. Έρθεν η ηλικία ’θε να παντρεύ’ και σ’ εκείνον κο̤ρά̤ν κουτσ̌ήν ’κ’ εύρηκανε. Με τα πολλά εύραν δύο κορίτσ̌α παντέμορφα. Ο είνας ας σην άλλεν κι άλλο καλλίον. Τη βασιλέα ο γιον τίναν ’α παίρ’ εσ̌άσ̌εψεν. Αλλομίαν έβαλεν σον νουν ατ’ να σιναεύ’ α̤τ’ς. Επρόσταξεν να παίρ’νε από έναν σκαφίδ’ και να πάνε σην θάλασσαν καικά να πλύν’νε πανία. Εκείνος πα επήγεν με τοιν ανθρώπ’ς ατ’ να ελέπ’ α̤τ’ς ντόσιλεγα θα έπλυναν. Εκείν’ το καικά η θάλασσα έτον τάλιαν. Ο είνας εσούμωσεν ’κ’ εσούμωσεν σην θάλασσαν, αμὰν εξέγκεν τα κουντούρας ατ’ς και τ’ ορτάρα̤ τ’ς, επήρεν τα πανία κι εσέβεν κι εκείνε ους τα γόνατα σην θάλασσαν να πλύν’ α̤τα και ετάραξεν κι εθόλωσεν εκείν’ το καικά. Η άλλε εσούμωσεν με το σκαφίδ’ν ατ’ς, εσέγκεν απέσ’ το θαλασσόνερον κι εσκάλωσεν το πλύσιμον τη πανί’. Τη βασιλέα ο γιον άλλο το τσιμίδ’ν ατ’ ’κ’ ενέγκασεν. Είδεν την οικοκυροσύνα̤ν ατ’ς κι εχώρτσεν κι επήρεν την δεύτερον. Απ’ ατότες κιάν’ εξέβεν αβούτο το τεμσιλόπον: «Σην θάλασσαν απέσ’ πα, ερερίντζ̌ας και γαρερίντζ̌ας.»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
’αθα
αβούτοαυτό
άλλεάλλη
άλλενάλλη
αλλομίανάλλη μια φορά, άλλη φορά, ξαφνικά
αμὰναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān trir
ανθρώπ’ςανθρώπους
απέσ’μέσα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατότεςτότε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
α̤τ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βασιλέαβασιλιά
βασιλέαςβασιλιάς
εθόλωσενθόλωσε
είναςένας/μία
εκείν’εκείνοι/α
εκείνεεκείνη
ελέπ’βλέπει/βλέπω
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
εξέγκενέβγαλε
επήρενπήρε
επρόσταξενπρόσταξε
έρθενήρθε
εσ̌άσ̌εψενσάστισε, τα έχασε şaşmak tr
εσέβενμπήκε
εσέγκενέβαλε, εισήγαγε
εσκάλωσενξεκίνησε, άρχισε, εκκίνησε ένα έργο/δουλειά
εσούμωσενσίμωσε, πλησίασε, κόντεψε
ετάραξεντάραξε, ανακάτεψε, ανέμιξε ταράσσω gr
έτονήταν
εύρανβρήκαν
εχώρτσενχώρισε, ξεχώρισε, διάλεξε
’θετου/της
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κο̤ρά̤νταιριαστός/ή/ό göre tr
κουντούραςείδος υποδήματος kundura<κόντουρος<κόθορνος trgr
κουτσ̌ήνκόρη
ουςως, μέχρι
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρ’παίρνω/ει
παίρ’νεπαίρνουν
παντέμορφαπανέμορφα
πλύν’πλένω/ει
πλύν’νεπλένουν
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σκαφίδ’(γενικά) σκάφη, σκάφη πλυσίματος ρούχων
τίνανποιον/α
τοιντους/τις
τσιμίδ’νεγκέφαλο, νου cimedia it
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
’αθα
αβούτοαυτό
άλλεάλλη
άλλενάλλη
αλλομίανάλλη μια φορά, άλλη φορά, ξαφνικά
αμὰναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān trir
ανθρώπ’ςανθρώπους
απέσ’μέσα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατότεςτότε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
α̤τ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βασιλέαβασιλιά
βασιλέαςβασιλιάς
εθόλωσενθόλωσε
είναςένας/μία
εκείν’εκείνοι/α
εκείνεεκείνη
ελέπ’βλέπει/βλέπω
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
εξέγκενέβγαλε
επήρενπήρε
επρόσταξενπρόσταξε
έρθενήρθε
εσ̌άσ̌εψενσάστισε, τα έχασε şaşmak tr
εσέβενμπήκε
εσέγκενέβαλε, εισήγαγε
εσκάλωσενξεκίνησε, άρχισε, εκκίνησε ένα έργο/δουλειά
εσούμωσενσίμωσε, πλησίασε, κόντεψε
ετάραξεντάραξε, ανακάτεψε, ανέμιξε ταράσσω gr
έτονήταν
εύρανβρήκαν
εχώρτσενχώρισε, ξεχώρισε, διάλεξε
’θετου/της
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κο̤ρά̤νταιριαστός/ή/ό göre tr
κουντούραςείδος υποδήματος kundura<κόντουρος<κόθορνος trgr
κουτσ̌ήνκόρη
ουςως, μέχρι
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρ’παίρνω/ει
παίρ’νεπαίρνουν
παντέμορφαπανέμορφα
πλύν’πλένω/ει
πλύν’νεπλένουν
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σκαφίδ’(γενικά) σκάφη, σκάφη πλυσίματος ρούχων
τίνανποιον/α
τοιντους/τις
τσιμίδ’νεγκέφαλο, νου cimedia it

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost