.
.
Χρήστος Παρχαρίδης

Χρήστος Παρχαρίδης

ΣτιχουργόςΣυνθέτηςΤραγούδιΠοντιακή ΛύραΑγγείο

Χρήστος Παρχαρίδης

Ημερομηνία Γέννησης13 Απριλίου 1940
Απεβίωσε22 Δεκεμβρίου 2025

Ο Χρήστος Παρχαρίδης του Ευσταθίου και της Ζωής, το γένος Τριανταφυλλίδη, γεννήθηκε το 1940 στο Πρωτοχώρι Κοζάνης (Πορτοράζ). Υπήρξε γόνος της ποντιακής οικογένειας του Ευσταθίου Σιαμίδη, μετέπειτα Παρχαρίδη, από το χωριό Καρά (Καπίκιοϊ) της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας.

Από μικρή ακόμη ηλικία φανέρωσε το φυσικό χάρισμα της φωνής του, έχοντας πάντα κοντά του τον επίσης καλλίφωνο πατέρα του, που καμάρωνε για τον γιο του. Σε ηλικία δεκατριών ετών ο αδελφός του Τάσος αγόρασε μια λύρα από τον περίφημο κατασκευαστή Γοργόρ’, αλλά του απαγόρευσε να τη χρησιμοποιεί λόγω της μικρής του ηλικίας. Ο Χρήστος, απαρηγόρητος αλλά και επίμονος, άρχισε να μαθαίνει κρυφά τα μυστικά της λύρας κάθε φορά που απουσίαζε ο «αυστηρός» αδελφός. Το 1954 η περιβόητη εκείνη λύρα έγινε πια δική του και ο ίδιος άρχισε να παίζει δειλά-δειλά σε μικρές παρέες και γάμους, ανακαλύπτοντας τη χαρά της μουσικής δημιουργίας.

Το 1957 εγγράφηκε ως σπουδαστής στην τεχνική σχολή «Δανάτσα» στην Κοζάνη, όπου και διέμενε. Κάθε Σαββατοκύριακο επέστρεφε στο χωριό έχοντας μαζί του τη λύρα, για να παίξει σε παρέες και τοπικές συγκεντρώσεις. Την ίδια περίοδο συμμετείχε με ιδιαίτερο μεράκι στις ραδιοφωνικές εκπομπές του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού της Κοζάνης, με συνοδό στη λύρα τον μεγαλύτερο σε ηλικία συγχωριανό του Δημήτρη Κυριακίδη.

Το 1961, έπειτα από πρόσκληση του αδελφού του, μετανάστευσε στη μακρινή Αυστραλία, έχοντας πάντοτε μαζί του την αγαπημένη του λύρα. Η ξενιτιά τον πλήγωσε βαθιά, όμως σύντομα οι λιγοστοί τότε Πόντιοι της Μελβούρνης συσπειρώθηκαν και δημιούργησαν μια μεγάλη αλλά ζεστή κοινότητα. Ο Χρήστος έπαιζε και τραγουδούσε για όλους, πάντοτε ερασιτεχνικά και χωρίς να επιδιώκει οικονομικό όφελος. Ο ίδιος τόνιζε συχνά ότι δεν τον εξέφραζε η ζωή της νύχτας ούτε η ιδιότητα του επαγγελματία καλλιτέχνη.

Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, την περίοδο 1965-1967, διδάχθηκε την τέχνη του αγγείου από τον Κωνσταντίνο Κυριακίδη. Επιστρέφοντας στην Αυστραλία, πήρε μαζί του και το όργανο αυτό, με το οποίο συνόδευε τα τραγούδια και τους καημούς της προσφυγιάς. Αργότερα το εγκατέλειψε για καθαρά συναισθηματικούς λόγους.

Παντρεύτηκε τη Βέτα Δεσποινιάδου, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Στάθη, τις δίδυμες Ζωή και Ευδοξία και τον Λάμπον. Τα δύο αγόρια ακολούθησαν επίσης τον δρόμο της λύρας, έτσι ώστε η οικογένεια Παρχαρίδη να ζήσει και να υπηρετήσει την ποντιακή παράδοση ως καθημερινό βίωμα και όχι απλώς ως μουσική ενασχόληση.

Μέχρι το 1976 ο Χρήστος Παρχαρίδης έπαιζε και τραγουδούσε στη Μελβούρνη, πάντοτε ερασιτεχνικά, σε τοπικούς συλλόγους αλλά και σε εκδηλώσεις φορέων που επισκέπτονταν την Αυστραλία από την Ελλάδα. Πολλές φορές επιχειρούσε με τη λύρα και το τραγούδι του να αμβλύνει τους έντονους πολιτικούς διαξιφισμούς που χαρακτήριζαν τότε τμήματα της ελληνικής παροικίας.

Το 1976, μαζί με άλλους, ίδρυσε την «Ποντιακή Εστία», στην οποία διετέλεσε σύμβουλος και για δύο χρόνια έπαιξε και τραγούδησε ανιδιοτελώς. Το 1981 ίδρυσε τον σύλλογο «Ποντιακή Κοινότητα», έχοντας πάντοτε ως στόχο τη σύσφιξη των σχέσεων των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Ποντίων της Αυστραλίας. Παράλληλα δεν έκρυβε την απογοήτευσή του όταν έβλεπε την επίκληση της παράδοσης να χρησιμοποιείται ως μέσο προσωπικής προβολής.

Το 1992, με τη μεσολάβηση του ανιψιού του Αλέξη Παρχαρίδη, κάλεσε στην Αυστραλία τον λυράρη Κώστα Σιαμίδη και τον τραγουδιστή Γιάννη Κουρτίδη, στο πλαίσιο εκδήλωσης της «Ποντιακής Εστίας». Από τη γνωριμία και τη συζήτηση που ακολούθησε γεννήθηκε η ιδέα μιας μελλοντικής συνεργασίας ανάμεσα στον Χρήστο Παρχαρίδη και τον Κώστα Σιαμίδη.

Καρπός αυτής της συνεργασίας υπήρξε η συλλογή και εκτέλεση των τραγουδιών του CD «Αροθυμώ και καίουμαι | Μακρόσυρτα τραγούδια της Ματσούκας» (1998). Η δισκογραφική αυτή δουλειά ανέδειξε τόσο τη δεξιοτεχνία του Κώστα Σιαμίδη στη λύρα όσο και την ιδιαίτερη ερμηνευτική δύναμη της φωνής του Χρήστου Παρχαρίδη, ο οποίος απέδωσε με ξεχωριστή ευαισθησία τραγούδια της Ματσούκας, ακριτικά άσματα και τραγούδια φορτισμένα με μνήμη και νοσταλγία για τις πατρίδες του Πόντου.

Έκτοτε συμμετείχε σε άλλες τέσσερις δισκογραφικές δουλειές, πάντοτε με τη συνοδεία του γιου του Χαράλαμπου Παρχαρίδη στη λύρα: «Ποίον έν’ η πατρίδα μ’» (2000), «Σην πλατείαν χορεύ’νε» (2003), «Κωφά ας έσαν τ’ ωτία μ’» (2005) και «Ψυχής κατάθεση | Τραπεζούντα παντέμορφον» (2016).

Πέρα, όμως, από τις σπάνιες φωνητικές του αρετές, ο Χρήστος Παρχαρίδης διέθετε και ιδιαίτερη στιχουργική ευαισθησία. Αντλώντας σταθερά από την παράδοση, έγραφε στίχους στους οποίους αποτυπώνονταν ο Πόντος, η πληγωμένη ψυχή του πρόσφυγα, η εγκατάλειψη, η γενναιότητα του Ακρίτα, ο έρωτας και η πίκρα της ξενιτιάς. Η στιχουργική του παρουσία καταγράφεται σε πολλά τραγούδια της δισκογραφίας του, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα «Εγώ είμαι ας σο Πορτοράζ», «Τ’ αγγείο μ’», «Μακρύν» και «Πατέρα».

Απεβίωσε στις 22 Δεκεμβρίου 2025 στη Μελβούρνη, σε ηλικία 85 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πλούσια παρακαταθήκη και ουσιαστική συνεισφορά στον απόδημο ποντιακό ελληνισμό. Τη μουσική διαδρομή της οικογένειας συνέχισε ιδιαίτερα ο μικρότερος γιος του, ο Λάμπον, ο οποίος διακρίθηκε ως οργανοπαίκτης στη λύρα, το αγγείο και τη φλογέρα.


lyrics

Τραγούδια (48)


Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost