
Βασίλης Σκουλάς
Βασίλης Σκουλάς
Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1946 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, σε μια οικογένεια με βαθιά παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ήταν το όγδοο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Ο παππούς του, Μιχάλης Σκουλάς, υπήρξε σημαντικός λυράρης της εποχής του, ενώ ο πατέρας του, Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός, ήταν γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων. Ο ίδιος έχει αναφέρει επίσης συγγένεια δευτέρου βαθμού με την οικογένεια των Ξυλούρηδων.
Ο πατέρας του διατηρούσε καφενείο στα Ανώγεια, το οποίο λειτουργούσε ως χώρος συνάντησης, μουσικής και διασκέδασης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου η καλλιτεχνική έκφραση αποτελούσε οργανικό μέρος της καθημερινότητας, διαμορφώθηκαν και τα πρώτα μουσικά βιώματα του Βασίλη Σκουλά.
Άρχισε να μαθαίνει κρητική λύρα σε ηλικία επτά ετών, όταν ο πατέρας του τού αγόρασε το πρώτο του όργανο. Τη μύησή του όμως στην κρητική μουσική την απέδιδε κυρίως στον παππού του. Από τις πρώτες ήδη τάξεις του δημοτικού επιχειρούσε να αποτυπώνει μελωδίες στο χαρτί, ενώ σε ηλικία έντεκα ετών έπαιξε λύρα στις σχολικές γυμναστικές επιδείξεις. Το 1958, τελειώνοντας το δημοτικό, πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση με ορχήστρα σε γάμο.
Στα πρώτα χρόνια της μουσικής του δραστηριότητας έπαιζε ως λυράρης σε χωριά του Ηρακλείου και σταδιακά έγινε γνωστός σε ολόκληρη την Κρήτη. Το ρεπερτόριό του δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στην κρητική μουσική, αλλά περιλάμβανε και ευρωπαϊκά τραγούδια της εποχής. Παράλληλα με τη λύρα, αγάπησε και το μαντολίνο, το οποίο παρέμεινε ένα από τα βασικά όργανα της καλλιτεχνικής του έκφρασης.
Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια είχε αρχίσει να ξεχωρίζει στις μουσικές παρέες και στα γλέντια της περιοχής, ενώ στα δεκαέξι του είχε πλέον καθιερωθεί ανάμεσα στους αναγνωρίσιμους νέους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Η επαγγελματική του σχέση με το τραγούδι ξεκίνησε ουσιαστικά από πολύ νεαρή ηλικία και σταδιακά εξελίχθηκε σε μία από τις μακροβιότερες παρουσίες της σύγχρονης κρητικής μουσικής.
Κατά τη στρατιωτική του θητεία υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στην 22 ΕΜΑ στη Θεσσαλονίκη. Μετά την ολοκλήρωση της θητείας του επέστρεψε στην ενεργό μουσική δραστηριότητα και άρχισε να εμφανίζεται επαγγελματικά σε κέντρα του Ηρακλείου.
Η πρώτη δισκογραφική του παρουσία τοποθετείται στο 1969, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η δισκογραφική του δραστηριότητα έγινε συστηματικότερη. Το 1971 παντρεύτηκε στο Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1977 ήρθε ο πρώτος χρυσός δίσκος της καριέρας του, επιβεβαιώνοντας τη διεύρυνση της απήχησής του πέρα από τα όρια της Κρήτης.
Σημαντικός σταθμός στην πορεία του υπήρξε το άλμπουμ Σεργιάνισμα στην Κρήτη το 1980, περίοδο κατά την οποία ξεκίνησε και η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Η συνεργασία αυτή σηματοδότησε το άνοιγμά του προς δημιουργούς πέρα από τα στενά όρια της παραδοσιακής κρητικής μουσικής.
Ακολούθησαν έργα όπως η Κρητική Ανθολογία, τα Τραγούδια του σίδερου και του νερού σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, η Αναφορά στην Κρήτη, το Πότε θα πάω στο χωριό, το Αναστορούμαι, τα Άγρια πουλιά, η Ρίζα της φωτιάς και τα Άνθη του χρόνου.
Το 1981 δέχθηκε δύο προτάσεις για θεατρικές εμφανίσεις, επιλέγοντας τελικά να συμμετάσχει στο «Καφενείον η Ελλάς». Κατά την περίοδο 1981–1985 πραγματοποίησε σειρά εμφανίσεων στο συγκεκριμένο θέατρο στην Αθήνα, συνεργαζόμενος, μεταξύ άλλων, με τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, τον Μίμη Φωτόπουλο και την Αφροδίτη Μάνου.
Στη συνέχεια συμμετείχε στον θίασο του Γιάννη Βόγλη στην παράσταση του Καπετάν Μιχάλη του Νίκου Καζαντζάκη, με παρουσιάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η παρουσία του αυτή ανέδειξε μια ακόμη πλευρά της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας, καθώς η λύρα και το τραγούδι του εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο θεατρικό και σκηνικό περιβάλλον.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η καλλιτεχνική του δραστηριότητα κινήθηκε όλο και περισσότερο ανάμεσα στην κρητική μουσική και το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 διεύρυνε ακόμη περισσότερο το ερμηνευτικό του πεδίο. Η συμμετοχή του το 1995 σε δύο τραγούδια του μουσικού έργου Αιολία του Μιχάλη Νικολούδη αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην επαφή του με το έντεχνο τραγούδι, χωρίς να απομακρυνθεί από τη βασική του αναφορά στην κρητική μουσική παράδοση.
Στην πορεία συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς και ερμηνευτές διαφορετικών γενεών, διατηρώντας πάντοτε ως κεντρικό γνώρισμα την ιδιαίτερη φωνητική του ταυτότητα και τον προσωπικό τρόπο ερμηνείας της λύρας και του μαντολίνου.
Η συναυλιακή του δραστηριότητα εκτείνεται σε πολλές δεκαετίες και σε πολλές χώρες. Έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Γερμανία, ιδιαίτερα σε κοινότητες της ελληνικής και κρητικής διασποράς, μεταφέροντας στο εξωτερικό το κρητικό τραγούδι και τη λύρα. Στις διεθνείς εμφανίσεις του συγκαταλέγονται και συναυλίες που απευθύνονταν σε ξένο κοινό με ενδιαφέρον για την ελληνική και κρητική μουσική παράδοση.
Ιδιαίτερη στιγμή της καλλιτεχνικής του πορείας αποτέλεσε η παρουσία του στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2012 πραγματοποίησε συναυλία στον χώρο, η οποία, λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού, επαναλήφθηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 29 Σεπτεμβρίου. Αργότερα επέστρεψε και πάλι στο Ηρώδειο με την παράσταση Με το δοξάρι της ψυχής, πλαισιωμένος από καλλιτέχνες διαφορετικών μουσικών χώρων.
Παράλληλα με την κρητική του πορεία, ο Βασίλης Σκουλάς συνδέθηκε και με σημαντικές δισκογραφικές συναντήσεις με την ποντιακή μουσική παράδοση. Το 2013 συμμετείχε στον κύκλο τραγουδιών Αυτή η γη έχει φωνή του Χρήστου Παπαδόπουλου, έργο αφιερωμένο στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Στο ομώνυμο τραγούδι ένωσε τη φωνή του με τον Αλέξη Παρχαρίδη, σε στίχους του Κώστα Μπαλαχούτη, ενώ στην ίδια παραγωγή συμμετείχε και ο Κώστας Αγέρης. Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε μια χαρακτηριστική μουσική συνάντηση της Κρήτης με τον Πόντο και αποτυπώθηκε δισκογραφικά σε ένα έργο με έντονο ιστορικό και μνημονικό χαρακτήρα.
Η σχέση του με την ποντιακή θεματολογία συνεχίστηκε και με επόμενες συμμετοχές, μεταξύ των οποίων η Ξενιτεμέντσα Παναΐα το 2014 και τα Ποντιακά Κάλαντα Χριστουγέννων το 2025.
Η σχέση του με την ποντιακή μουσική παράδοση απέκτησε ακόμη πιο ολοκληρωμένη μορφή το 2026, με την κυκλοφορία του άλμπουμ Μύρον Καρδίας, σε συνεργασία με τον Γιώργο Στεφανίδη. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο η κρητική ερμηνευτική ταυτότητα του Βασίλη Σκουλά συναντά άμεσα το ποντιακό μουσικό και ποιητικό ιδίωμα.
Στην παραγωγή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Σιαμίδης, η Ελένη Τορνεσάκη και ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ο οποίος απαγγέλλει το Πάρθεν του Κωνσταντίνου Καβάφη. Η ενορχήστρωση έγινε από τον Γιώργο Στεφανίδη και τον Χάρη Πορφυρίδη, ενώ η παραγωγή κυκλοφόρησε ψηφιακά από την Ogdoo Music, με παράλληλη πρόβλεψη για έκδοση βιβλίου-CD. Ο ίδιος ο Σκουλάς προσέγγισε τη συνεργασία ως μια συνάντηση δύο μουσικών κόσμων που, παρά τη γεωγραφική τους απόσταση, μοιράζονται κοινές μνήμες, βιώματα και ιστορικές αναφορές.
Στα Ανώγεια διατηρεί για δεκαετίες και το δικό του μουσικό στέκι, τη «Ντελίνα», έναν χώρο στενά συνδεδεμένο με την προσωπική του παρουσία και με τη ζωντανή κρητική μουσική παράδοση. Η «Ντελίνα» εξελίχθηκε σε σημείο συνάντησης μουσικών, φίλων και επισκεπτών, λειτουργώντας παράλληλα ως φυσική συνέχεια της σχέσης του με τον τόπο όπου γεννήθηκε και διαμορφώθηκε καλλιτεχνικά.
Με πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες, ο Βασίλης Σκουλάς έχει κινηθεί ανάμεσα στην αυθεντική κρητική παράδοση, τη δισκογραφία, το έντεχνο τραγούδι, το θέατρο και τις μεγάλες συναυλιακές παραγωγές, διατηρώντας σταθερό σημείο αναφοράς τη λύρα, το μαντολίνο, την ιδιαίτερη φωνή του και το μουσικό βίωμα των Ανωγείων.
Albums/Singles (3)
Τραγούδια (12)
- Αητέντς επαραπέτανεν - Μύρον καρδίας
- Αυτή η γη έχει φωνή - Αυτή η γη έχει φωνή
- Αυτή η γη έχει φωνή - Ελαία ερίζωσεν
- Άφε κόρη - Μύρον καρδίας
- Ήλες ας σην ανατολήν - Μύρον καρδίας
- Κάλαντα Χριστουγέννων - Μύρον καρδίας
- ’Πάρθεν η Ρωμανία - Μύρον καρδίας
- Την πατρίδα μ’ έχασα - Μύρον καρδίας
- Της Τρίχας το γεφύρι - Μύρον καρδίας
- Τίναν θα σκοτών’ - Μύρον καρδίας
- Του ήλ’ το κάστρεν - Μύρον καρδίας
- Χάραξεν κι η ανατολή - Μύρον καρδίας


