.
.
Παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου Νο6

Ο χρόνον δώδεκα μήνας

Ο χρόνον δώδεκα μήνας
Ο χρόνον δώδεκα μήνας,
τα τρία είν’ νεστείας
Σον πρόσωπο σ’ ζεμίαν ’κ’ έ͜εις,
τ’ αντζία σ’ εμπροστίας

Του σπαρελί’ σ’ τα δέματα,
πουλί μ’ / αρνί μ’, όντες ελύαν
Τα καταρράκτες τ’ ουρανού
εθάρρεσα ενοίαν

Αποκουμπία το σπαρέλ’
ας φαίνεται η ψ̌ήκα σ’
Θα κλίσ̌κεται κα’ και φιλεί
ο καρίπ’ς ο Γιωρίκας / Γιαννίκας

Αϊλί εσένα, νε Γιάννε,
με τα πολλά τα τέρτι͜α
Καρδόπον, ξάι ’κ’ επέμ’νε σε
και για τα μουχαπέτι͜α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αντζίαπόδια, μηροί
αποκουμπία(προστ.) ξεκούμπωσε
έ͜ειςέχεις
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
είν’(για πληθ.) είναι
ελύανλύθηκαν, έλιωσαν
εμπροστίας(αιτ.) πυροστιάς, (οι) πυροστιές
ενοίαν(αμετάβ.) άνοιξαν
επέμ’νεαπόμεινε
ζεμίανζημιά
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κα’κάτω
καρδόπονκαρδούλα
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
κλίσ̌κεταισκύβει, κλίνει
μήνας(τα) μήνες
μουχαπέτι͜ακουβέντες, φιλικές συνομιλίες, συνεκδ. φιλικές συνεστιάσεις (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
ξάικαθόλου
όντεςόταν
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
ψ̌ήκαψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αντζίαπόδια, μηροί
αποκουμπία(προστ.) ξεκούμπωσε
έ͜ειςέχεις
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
είν’(για πληθ.) είναι
ελύανλύθηκαν, έλιωσαν
εμπροστίας(αιτ.) πυροστιάς, (οι) πυροστιές
ενοίαν(αμετάβ.) άνοιξαν
επέμ’νεαπόμεινε
ζεμίανζημιά
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κα’κάτω
καρδόπονκαρδούλα
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
κλίσ̌κεταισκύβει, κλίνει
μήνας(τα) μήνες
μουχαπέτι͜ακουβέντες, φιλικές συνομιλίες, συνεκδ. φιλικές συνεστιάσεις (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
ξάικαθόλου
όντεςόταν
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
ψ̌ήκαψυχούλα
Ο χρόνον δώδεκα μήνας

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost