.
.
Βάι/Τ’ ομμάτι͜α σ’ και τ’ οφρυδόπα σ’

Βάι!

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Βάι!
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ορφανίγα, ορφανίγα
ας σον κύρ’ κι ας ση μάναν
Η ορφανία ετυλίεν
[βάι!] ση γούλα μ’ άμον ράμμαν

Από πατέραν ορφανός,
από μητέραν ξένος
Ασ’ ούλι͜α τ’ αδερφόπα μου
[βάι!] είμαι αποχωρισμένος

Ο ορφανόν ο άνθρωπον
’κι ξέρ’ το μεκατίρ’ν ατ’
Ν’ αϊλί εκείνονα πη χάν’
[βάι!] από μικρός τον κύρ’ν ατ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδερφόπααδελφάκια
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ασ’από
γούλαλαιμός gula it
εκείνοναεκείνον
ετυλίεντυλίχθηκε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κύρ’πατέρα
κύρ’νκύρη, πατέρα
μεκατίρ’ναξία (ηθική), ποσότητα, ικανότητα (ενικ.) miḳdār/ (πληθ.) meḳādīr/mawaqīdīr ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ορφανίαορφάνια
ορφανίγαορφάνεψα
ούλι͜αόλα
πηπου
ράμμανχοντρή κλωστή, αρμαθιά καπνών περασμένα σε χοντρή κλωστή
χάν’χάνει, παύει να έχει, διώχνει
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδερφόπααδελφάκια
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ασ’από
γούλαλαιμός gula it
εκείνοναεκείνον
ετυλίεντυλίχθηκε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κύρ’πατέρα
κύρ’νκύρη, πατέρα
μεκατίρ’ναξία (ηθική), ποσότητα, ικανότητα (ενικ.) miḳdār/ (πληθ.) meḳādīr/mawaqīdīr ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ορφανίαορφάνια
ορφανίγαορφάνεψα
ούλι͜αόλα
πηπου
ράμμανχοντρή κλωστή, αρμαθιά καπνών περασμένα σε χοντρή κλωστή
χάν’χάνει, παύει να έχει, διώχνει
Βάι!

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost