.
.
Θεία μ’ το κορτσόπο σου/Κρωμέτ’κον

Κρωμέτ’κον

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Κρωμέτ’κον
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί τη μαυρομάναν ατ’
που έχ̌’ πολλά παιδία
Τ’ άλλα -ν- αδά, τ’ άλλα -ν- ακεί,
τ’ άλλα σην ξενιτείαν

Σην ξενιτει͜ά γράφτω γράμμαν,
τα δάχτυλα μ’ τρομάζ’νε
κι ας σ’ ομμάτι͜α μ’ τα δα̤κρόπα
άμον χαλάζι͜α στάζ’νε

Ρακίν εβάλλ’να κι έπινα
είπα «Αρνί μ’, σην υεία σ’!
Αγλήγορα να κλώσ̌κεσαι
και -ν- ας σην ξενιτείαν»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγλήγοραγρήγορα
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
δα̤κρόπα(υποκορ.) δάκρυα
εβάλλ’ναέβαζα, τοποθετούσα
έχ̌’έχει
κλώσ̌κεσαι(αμετάβ.) γυρίζεις, επιστρέφεις
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομμάτι͜αμάτια
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
στάζ’νεστάζουνε
τρομάζ’νετρέμουν
υείαυγεία
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγλήγοραγρήγορα
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
δα̤κρόπα(υποκορ.) δάκρυα
εβάλλ’ναέβαζα, τοποθετούσα
έχ̌’έχει
κλώσ̌κεσαι(αμετάβ.) γυρίζεις, επιστρέφεις
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομμάτι͜αμάτια
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
στάζ’νεστάζουνε
τρομάζ’νετρέμουν
υείαυγεία
Κρωμέτ’κον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost