.
.
Κουνιχτόν Ομάλ’ Νικοπόλεως

Κουνιχτόν Ομάλ’ Νικοπόλεως

Κουνιχτόν Ομάλ’ Νικοπόλεως
Τα κοκκία, τα τσ̌αβδάρι͜α,
αρ’ αβού εταράγαν
Ασ’ τ’ επήρα ’τα εκεί μέρ’,
τα μὲσα μ’ εκουράγαν

Σο σπαρέλι σ’ αφκά κι έξ’
πέρδικας κακανίζ’νε
Απλώνω το χ̌ερόπο μ’,
φογούμαι λαταρίζ’νε

Κουμπάρε, τη λάμπα άψον α’,
κι ήντι͜αν λέγω σε, άκ’σον α’
Ασ’ το ’φκάλι μ’ έξ’ ντ’ εδήβαν
σον δεσπότ’ αγνάεψον α’

Τη θάλασσας το κύμαν
το παπόρ’ ταντανίζει
Είνας έμορφος κουτσ̌ή
το ψ̌όπο μ’ τυραννίζει

Σο τσ̌επόπο μ’ εσέγκα
καντζία, λεφτοκάρυ͜α
Δίγ’ ατα σα κορτσόπα,
ζελεύ’νε τα νυφάδι͜α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α’(ατό) αυτό, το
αβού(ιδιωμ. Νικόπολης) αυτόν/ή/ό, έτσι αὐτός gr
αγνάεψον(προστ.) γνωστοποίησε, εξιστόρησε anlatmak tr
άκ’σον(προστ.) άκουσε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
ασ’από
ατααυτά
αφκάκάτω
άψον(προστ.) άναψε
Δεσπότ’δεσπότη, επίσκοπο
δίγ’δίνω
εδήβαν(για τόπο) πέρασαν, διέσχισαν (για χρόνο) πέρασαν
είναςένας/μία
εκουράγανέσπασαν, κόπηκαν στη μέση kırmak tr
έμορφοςόμορφος/η
έξ’έξω • ο αριθμός έξι
επήραπήρα
εσέγκαέβαλα, εισήγαγα
εταράγανταράχθηκαν, ανακατεύτηκαν, αναμίχθηκαν ταράσσω gr
ζελεύ’νεζηλεύουν
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
κακανίζ’νεκακαρίζουν
καντζίαψίχες από πυρηνόκαρπους ή άλλους σπόρους
κοκκίασιτάρια, κόκκοι σιταριού
κορτσόπακοριτσάκια
κουτσ̌ήκόρη
λαταρίζ’νεσαλεύουν, κινούνται ελαφρώς
λεφτοκάρυ͜αλεπτοκάρυα, φουντουκιές, φουντούκια λεπτο- + κάρυον gr
μέρ’(μέρου, επιρρ.) πού, προς ορισμένο μέρος, όποιος
μὲσα(τα) η μέση
νυφάδι͜ανύφες
παπόρ’βαπόρι, καράβι vapore it
πέρδικας(ον. πληθ.,τα) πέρδικες
σπαρέλιμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
ταντανίζειτραντάζει, κάνει νήπιο να χοροπηδά στα γόνατα του, κινεί πάνω-κάτω τανταλίζω gr
τσ̌αβδάρι͜ασίκαλη çavdar tr
τσ̌επόποτσεπούλα cep/ceyb trae
τυραννίζειτυραννάει, ταλαιπωρεί
’φκάλι(εφκάλι) (ιδιωμ. αναγραμμ.) κεφάλι
φογούμαιφοβάμαι
χ̌ερόποχεράκι
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α’(ατό) αυτό, το
αβού(ιδιωμ. Νικόπολης) αυτόν/ή/ό, έτσι αὐτός gr
αγνάεψον(προστ.) γνωστοποίησε, εξιστόρησε anlatmak tr
άκ’σον(προστ.) άκουσε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
ασ’από
ατααυτά
αφκάκάτω
άψον(προστ.) άναψε
Δεσπότ’δεσπότη, επίσκοπο
δίγ’δίνω
εδήβαν(για τόπο) πέρασαν, διέσχισαν (για χρόνο) πέρασαν
είναςένας/μία
εκουράγανέσπασαν, κόπηκαν στη μέση kırmak tr
έμορφοςόμορφος/η
έξ’έξω • ο αριθμός έξι
επήραπήρα
εσέγκαέβαλα, εισήγαγα
εταράγανταράχθηκαν, ανακατεύτηκαν, αναμίχθηκαν ταράσσω gr
ζελεύ’νεζηλεύουν
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
κακανίζ’νεκακαρίζουν
καντζίαψίχες από πυρηνόκαρπους ή άλλους σπόρους
κοκκίασιτάρια, κόκκοι σιταριού
κορτσόπακοριτσάκια
κουτσ̌ήκόρη
λαταρίζ’νεσαλεύουν, κινούνται ελαφρώς
λεφτοκάρυ͜αλεπτοκάρυα, φουντουκιές, φουντούκια λεπτο- + κάρυον gr
μέρ’(μέρου, επιρρ.) πού, προς ορισμένο μέρος, όποιος
μὲσα(τα) η μέση
νυφάδι͜ανύφες
παπόρ’βαπόρι, καράβι vapore it
πέρδικας(ον. πληθ.,τα) πέρδικες
σπαρέλιμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
ταντανίζειτραντάζει, κάνει νήπιο να χοροπηδά στα γόνατα του, κινεί πάνω-κάτω τανταλίζω gr
τσ̌αβδάρι͜ασίκαλη çavdar tr
τσ̌επόποτσεπούλα cep/ceyb trae
τυραννίζειτυραννάει, ταλαιπωρεί
’φκάλι(εφκάλι) (ιδιωμ. αναγραμμ.) κεφάλι
φογούμαιφοβάμαι
χ̌ερόποχεράκι
ψ̌όποψυχούλα
Κουνιχτόν Ομάλ’ Νικοπόλεως

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost