.
.
Μουσικά θεμέλια της ποντιακής παράδοσης

Σέρα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τη τυφεκί’ μ’ το ταπάν
άμον το Καράκαπαν
[ωχ! αϊλί εμέν/ντό να ’ίνουμαι;]
Τη σέβντας ι-μ’ τ’ όνεμαν
γραμμένον έν’ εκειαπάν’
[ωχ! αϊλί εμέν/ντό να ’ίνουμαι;]

Ε! κόρη, τίνος είσαι;
μήλον κόκκινον είσαι
[ωχ! αϊλί εμέν/ντό να ’ίνουμαι;]
Παχ̌υμένον κι έμορφον,
μασεματικόν είσαι¹
[έλα μετ’ εμέν/ντό να ’ίνουμαι;]

Τ’ αιϊδόπο μ’ βόσ̌κεται,
σ̌υρίζ’ ατο κλώσ̌κεται
[ωχ! αϊλί εμέν/εγώ λύουμαι]
Εγώ τηνάν αγαπώ
με την αϊνάν ζώσ̌κεται
[ωχ! αϊλί εμέν/ντό να ’ίνουμαι;]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αϊνάνκαθρέπτη ayna/āyīne trir
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
βόσ̌κεταιβοσκάει
εκειαπάν’εκεί πάνω
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
’ίνουμαιγίνομαι
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος) tram
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
λύουμαιλιώνω
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
όνεμανόνομα
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
σέβντας(πληθ. τα) αγάπες, έρωτες sevda < sevdā trae
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταπάνβάση, το πίσω τμήμα (κοντάκι) τυφεκίου taban tr
τηνάναυτόν/ην που
τίνοςποιού;
τυφεκί’τουφεκιού tüfek/tufeng trir
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αϊνάνκαθρέπτη ayna/āyīne trir
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
βόσ̌κεταιβοσκάει
εκειαπάν’εκεί πάνω
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
’ίνουμαιγίνομαι
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος) tram
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
λύουμαιλιώνω
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
όνεμανόνομα
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
σέβντας(πληθ. τα) αγάπες, έρωτες sevda < sevdā trae
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταπάνβάση, το πίσω τμήμα (κοντάκι) τυφεκίου taban tr
τηνάναυτόν/ην που
τίνοςποιού;
τυφεκί’τουφεκιού tüfek/tufeng trir
Σημειώσεις
¹ Ακούγεται να τραγουδάει «μαϊσσομάτικον» (αγν. λέξη)

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost