.
.
Μουσικά θεμέλια της ποντιακής παράδοσης

Απάν’ σ’ άλογον είμαι

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Μάνα, τον κόσμον ελάστα [ν’ αηλί]
όλα̤ τα θαλασσάκρα̤ [αμάν]
Πουδέν ’κ’ ευρέθεν γιατρικόν [ν’ αηλί]
και για τ’ εμά τα τέρτα̤ [αμάν, γιαβρί μ’]

Ανάθεμα, ανάθεμα [ν’ αηλί]
ανάθεμα το χάλι μ’ [αμάν, πουλί μ’]
Πόσα κι άλλο θα σύρ’ [ν’ αηλί]
το ξερόν το κιφάλι μ’ [αμάν, γιαβρί μ’]

Εσέν, ρακόπο μ’, πίνω σε [ν’ αηλί]
πασ̌κείμ’ για μεθυσίαν; [αμάν, γιαβρί μ’]
Πίνω σε ας σ’ εφκιαρόπο μ’ [ν’ αηλί]
ας σην τυρα̤ννισίαν [αμάν, γιαβρί μ’]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
ελάσταπεριφέρθηκα, τριγύρισα, περιπλανήθηκα ἀλάομαι/ηλάσκω
εμάδικά μου
ευρέθενβρέθηκε
εφκιαρόπο(υποκορ.) μελαγχολία, στενοχώρια, έγνοια, άγχος efkâr/efkār
θαλασσάκρα̤οι ακροθαλασσιές, τα ακρογιάλια
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κιφάλικεφάλι
μεθυσίανμεθύσι, μέθη
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι
πουδένπουθενά
ρακόπο(υποκορ.) ρακί, αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τέρτα̤καημοί, βάσανα, στενοχώριες dert
τυρα̤ννισίαντυράννια, ταλαιπωρία
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
ελάσταπεριφέρθηκα, τριγύρισα, περιπλανήθηκα ἀλάομαι/ηλάσκω
εμάδικά μου
ευρέθενβρέθηκε
εφκιαρόπο(υποκορ.) μελαγχολία, στενοχώρια, έγνοια, άγχος efkâr/efkār
θαλασσάκρα̤οι ακροθαλασσιές, τα ακρογιάλια
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κιφάλικεφάλι
μεθυσίανμεθύσι, μέθη
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι
πουδένπουθενά
ρακόπο(υποκορ.) ρακί, αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τέρτα̤καημοί, βάσανα, στενοχώριες dert
τυρα̤ννισίαντυράννια, ταλαιπωρία

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost