.
.
Μουσικά θεμέλια της ποντιακής παράδοσης

Αηλί εμέν τον μουατσ̌ίρ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Η Κρώμ’ επέρεν άψιμον,
τη Σ̌αμανάντων¹ βρούλα
Τ’ εσά τ’ ομμάτι͜α όντες τερούν
τ’ εμά δά̤κρα̤ γομούνταν

Κρωμέτες σ̌κύλ’ υιός είμαι,
ματώνω ’κι ματούμαι
Σην Παναΐαν Σουμελά
εσέν θα στεφανούμαι

Ξεροχτέντσον τα μαλλόπα σ’
και δος ατα πιτσ̌ίμιν
Τύλτσον ατα σο γουλόπο μ’,
σύρον, έπαρ’ την ψ̌η μ’-ι

Αηλί εμέν τον μουατσ̌ίρ’,
σον κόσμον καν’νάν ’κ’ έχω
Θα τρώει με ο λύκον σο ραχ̌ίν,
αραευτήν πα ’κ’ έχω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak
ατααυτά
άψιμονφωτιά
βρούλαφλόγα brûler
γομούντανγεμίζουν, βουρκώνουν, κομπιάζουν
γουλόπολαιμουδάκι gula
δά̤κρα̤δάκρυα
δοςδώσε
εμάδικά μου
έπαρ’(προστ.) πάρε
επέρενπήρε
εσάδικά σου/σας
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καν’νάνκανέναν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μαλλόπαμαλλάκια
ματούμαιματώνομαι
μουατσ̌ίρ’(αιτ. εν.) πρόσφυγα, μετανάστη, (πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
ξεροχτέντσον(προστ.) ξεροχτένισε
ομμάτι͜αμάτια
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
πιτσ̌ίμινμορφή, όψη/πρόσωπο, σχέδιο, στυλ/τρόπος, κομψότητα biçim
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
στεφανούμαιστεφανώνομαι
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τερούνκοιτούν
τύλτσον(προστ.) τύλιξε
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak
ατααυτά
άψιμονφωτιά
βρούλαφλόγα brûler
γομούντανγεμίζουν, βουρκώνουν, κομπιάζουν
γουλόπολαιμουδάκι gula
δά̤κρα̤δάκρυα
δοςδώσε
εμάδικά μου
έπαρ’(προστ.) πάρε
επέρενπήρε
εσάδικά σου/σας
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καν’νάνκανέναν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μαλλόπαμαλλάκια
ματούμαιματώνομαι
μουατσ̌ίρ’(αιτ. εν.) πρόσφυγα, μετανάστη, (πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
ξεροχτέντσον(προστ.) ξεροχτένισε
ομμάτι͜αμάτια
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
πιτσ̌ίμινμορφή, όψη/πρόσωπο, σχέδιο, στυλ/τρόπος, κομψότητα biçim
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
στεφανούμαιστεφανώνομαι
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τερούνκοιτούν
τύλτσον(προστ.) τύλιξε
ψ̌ηψυχή
Σημειώσεις
¹ Σ̌αμανάντων: Η μεγαλύτερη από τις ενορίες της Κρώμνης

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost