
Κώστας Καλπατσινίδης
Κώστας Καλπατσινίδης
Ο Κωνσταντίνος Καλπατσινίδης γεννήθηκε το 1942 στο Αμμοχώρι Φλώρινας. Οι γονείς του κατάγονταν από την περιοχή της Ματσούκας του Πόντου και συγκεκριμένα από τη Γαλίαινα. Περί το 1860 η οικογένεια μετοίκησε στη Ρωσία και από εκεί κατέφυγε στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η μουσική παράδοση υπήρχε έντονα στο οικογενειακό του περιβάλλον, καθώς και οι δύο παππούδες του ήταν οργανοπαίκτες· ο Χαράλαμπος Καλπατσινίδης έπαιζε ποντιακή λύρα και ο Ιωάννης Δημητριάδης ζουρνά.
Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε έντονη κλίση προς τη μουσική. Ήδη από τα οκτώ του χρόνια ασχολήθηκε ενεργά με την εκτέλεση μουσικών οργάνων και τα πρώτα του βήματα τα έκανε με τη φλογέρα, στην οποία εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα ικανό εκτελεστή. Στην ηλικία των δεκαέξι ετών αγόρασε φλογέρα με αυτοσχέδιο επιστόμιο, πάνω στην οποία προσαρμόζε χοντρό καλάμι που κατασκεύαζε ο ίδιος. Παράλληλα, διέθετε αξιόλογες τραγουδιστικές ικανότητες και τραγουδούσε με συνοδεία ποντιακής λύρας.
Γύρω στο 1960, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, άρχισε να παίζει κλαρίνο. Από εκείνη την περίοδο και εξής συμμετείχε συστηματικά σε γάμους και κοινωνικές εκδηλώσεις, τόσο αμιγώς ποντιακές όσο και μη, καθώς ήταν σε θέση να ερμηνεύει με άνεση και τοπικούς, ντόπιους σκοπούς. Η μουσική του πορεία υπήρξε εξ ολοκλήρου αυτοδίδακτη, βασισμένη στη συνεχή ακρόαση, την παρατήρηση και τη βιωματική επαφή με παλαιότερους μουσικούς.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ερμηνευτικής του αντίληψης έπαιξε η γνωριμία του, το 1962 στην Ευκαρπία Κιλκίς, με τον Ηλία Απιδόπουλο, πρόσφυγα από τη Ρωσία και φημισμένο κλαρινίστα. Ιδιαίτερη εντύπωση του προκάλεσε η τεχνική του Απιδόπουλου, ιδίως ο τρόπος συνεχούς φυσήματος, που παραπέμπει στην τεχνική της κυκλικής αναπνοής. Η επαφή αυτή συνέβαλε στην κατανόηση του υψηλού επιπέδου τεχνικής που είχε αναπτύξει η ερμηνεία του κλαρίνου στις περιοχές του Καυκάσου ήδη πριν το 1922.
Ο Καλπατσινίδης μετέβαινε συχνά στην Ευκαρπία προκειμένου να συναντά τον Απιδόπουλο και να δέχεται συμβουλές. Παράλληλα, για τα πρώτα του βήματα στο κλαρίνο μελέτησε εκτενώς το παίξιμο ενός ντόπιου μουσικού, του Παύλου Μιτσόπουλου. Από αυτόν υιοθέτησε στοιχεία κυρίως στον τρόπο φυσήματος, θεωρώντας ότι οι ντόπιοι μουσικοί διέθεταν υψηλότερη τεχνική κατάρτιση, καθώς η μουσική αποτελούσε την κύρια επαγγελματική τους ενασχόληση. Ωστόσο, παρατηρούσε ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των ποντιακών γάμων, καθώς δεν διέθεταν την αντοχή που χαρακτήριζε τους Πόντιους μουσικούς, οι οποίοι έπαιζαν με μεγαλύτερη ένταση και μπορούσαν να υποστηρίξουν τις πολύωρες πατινάδες.
Ο τρόπος ερμηνείας της λεγόμενης «Φλωρινιώτικης» σχολής, όπως τον υπηρετούσε ο Καλπατσινίδης, βασιζόταν επίσης στη μίμηση της ποντιακής λύρας. Ο ίδιος αντιμετώπιζε τη λύρα ως «ιερό» όργανο και το παίξιμό του στο κλαρίνο ευθυγραμμιζόταν πλήρως με τον ερμηνευτικό της χαρακτήρα. Καθοριστικής σημασίας για αυτήν τη μεταφορά υπήρξαν οι τραγουδιστικές του ικανότητες και η βαθιά γνώση του ρεπερτορίου της λύρας, στοιχεία που του επέτρεψαν να αποδώσει με ακρίβεια τις μελωδικές της φράσεις στο κλαρίνο.
Ιδιαίτερη θέση στο ρεπερτόριό του κατείχαν οι σκοποί που θεωρούνται κατεξοχήν κλαρινίστικοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο χορός Κιουρτσίας, σύμβολο της περιοχής, ο οποίος συνδέεται κυρίως με το κλαρίνο και θεωρητικά συγγενεύει με το Τας ή Τάμασα. Χορευτικά αποδίδεται εξαρχής σε γρήγορη ρυθμική αγωγή, σε αντίθεση με το Τας που ξεκινά με αργό τέμπο. Η μουσική του μορφή και ο τρόπος ερμηνείας του, ωστόσο, έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά. Ο Καλπατσινίδης υποστήριζε ότι ο συγκεκριμένος σκοπός δεν μπορεί να αποδοθεί σωστά από τη λύρα, λόγω της νευρικότητας και του ηχοχρώματος του οργάνου, γεγονός που ενισχύει τη θέση ότι οι εξάσημοι σκοποί ευνοούνται ιδιαίτερα από το κλαρίνο. Κατά τα λοιπά, οι υπόλοιποι χοροί βασίζονταν στην ερμηνευτική διαδικασία της μίμησης της λύρας.
Ως προς το προσωπικό του ύφος, η μελέτη του παιξίματός του αναδεικνύει δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα που καθιστούν τη συγκεκριμένη σχολή μοναδική. Το πρώτο είναι η έντονη και εκτεταμένη χρήση του staccato, με σχεδόν όλους τους φθόγγους να αποδίδονται κοφτά, σε μια τεχνική που συγγενεύει με πρακτικές της ευρωπαϊκής μουσικής. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σύμπραξη πολλών κλαρίνων που παίζουν την ίδια μελωδία με απόλυτη ταύτιση. Επιπλέον, η μουσική της περιοχής παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, καθώς ορισμένες μουσικές φράσεις ή ακόμη και ολόκληροι σκοποί απαντώνται αποκλειστικά σε αυτήν τη σχολή. Τέλος, ο Κωνσταντίνος Καλπατσινίδης ξεχωρίζει και για ένα ακόμη στοιχείο: είναι ο μοναδικός κλαρινίστας, από όσους εξετάζονται στην παρούσα εργασία, που χρησιμοποιεί κλαρίνο τονικότητας Σολ σε όλες του τις ηχογραφήσεις.
album
Albums/Singles (7)
lyrics
Τραγούδια (19)
- Έναν κορτσόπον αγαπώ - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Έρημος σον κόσμον - Ποντιακά τραγούδια Νο1 & Νο2
- Έρημος σον κόσμον - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Εσύ είσαι, μάνα, ντο λαρώντς - Ποντιακό γλέντι στη Φλώρινα
- Έχω έναν παράπονον - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Έχω έναν παράπονον - Όλ’ αποθάν’νε/Έχω έναν παράπονον
- Θα ’φτάω τα παράπονα μ’ - Θα ’φτάω τα παράπονα μ’/Καρσιλαμά θα τραγωδώ
- Θα ’φτάω τα παράπονα μ’ - Ποντιακά τραγούδια Νο1 & Νο2
- Θα ’φτάω τα παράπονα μ’ - Ποντιακά - Νίκος Ιωαννίδης
- Καρσιλαμά θα τραγωδώ - Θα ’φτάω τα παράπονα μ’/Καρσιλαμά θα τραγωδώ
- Καρσιλαμά θα τραγωδώ - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Κορτσόπον, τίνος είσαι - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Μαύρα σύννεφα εφάνθανε - Ποντιακό γλέντι στη Φλώρινα
- Μοιρολόι - Μοιρολόι/Σέρα
- Μοιρολόι - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Νουνίζω, μάνα μ’, νουνίζω - Ποντιακό γλέντι στη Φλώρινα
- Ο καρίπ’ς - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης
- Τα μαλλία μ’ έσπρυναν - Ποντιακά τραγούδια Νο1 & Νο2
- Τα μαλλία μ’ έσπρυναν - Το ελληνικό τραγούδι | Νίκος Ιωαννίδης






