.
.
Νουνίζω και αροθυμώ

Είνας πέρδικα επέτανεν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ένας πέρδικα επέτανεν
[ν’ αϊλί εμέν!]
όλεν την ποταμέαν
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
Νασάν που πάει ευρήκ’ α̤τεν
[ν’ αϊλί εμέν!]
την νύχταν σην φωλέαν
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]

Σα ποταμέας ήλες έν’
[ν’ αϊλί εμέν!]
σα ραχ̌ι͜ά -ν- εχ̌ιόντσεν
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
Έναν ημέραν ’κ’ είδα σε
[ν’ αϊλί εμέν!]
εθάρρεσα εχρόντσεν
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
α̤τεναυτήν
δέβα(προστ.) πήγαινε
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
έν’είναι
επέτανενπετούσε
ευρήκ’βρίσκω/ει
εχ̌ιόντσενχιόνισε
εχρόντσενχρόνισε, πέρασε ένας χρόνος
ήλεςήλιος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νασάνχαρά σε
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
ποταμέανπαραποτάμιος τόπος
ποταμέαςπαραποτάμιοι τόποι
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
φωλέανφωλιά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
α̤τεναυτήν
δέβα(προστ.) πήγαινε
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
έν’είναι
επέτανενπετούσε
ευρήκ’βρίσκω/ει
εχ̌ιόντσενχιόνισε
εχρόντσενχρόνισε, πέρασε ένας χρόνος
ήλεςήλιος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νασάνχαρά σε
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
ποταμέανπαραποτάμιος τόπος
ποταμέαςπαραποτάμιοι τόποι
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
φωλέανφωλιά

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost