.
.
Τραγούδια από τον Πόντο

Παρχαρέτ’σσα

Παρχαρέτ’σσα
Με το χ̌έρ’ν ατ’ς εκράτεσεν
κι έγκε με σο καλύβ’ν ατ’ς
Κι εφάσεν και -ν- επότ’σε με
να ’φτάγω το χατίρ’ν ατ’ς

Έλα, ψ̌η μ’, πία το γάλα σ’
και να ποδεδίζ’ σε η μάνα σ’
Μη χαλάντς το χατιρόπο μ’,
έλα λάρωσον το ψ̌όπο μ’

Η παρχαρέτ’σσα στρών’ τραπέζ’,
να λελεύω την ψ̌ην ατ’ς!
Από βραδήν ους να μερών’
θα τρώγω το μιντζίν ατ’ς

Έλα, ψ̌η μ’, πία το γάλα σ’
και να ποδεδίζ’ σε η μάνα σ’
Μη χαλάντς το χατιρόπο μ’,
έλα λάρωσον το ψ̌όπο μ’

Εβράδυνεν κι εμέρωσεν
κι εγώ ακόμαν κοιμούμαι
Η παρχαρέτ’σσα εποίκε
και ’κ’ επορώ να σ’κούμαι

Θεέ μ’, δος με δισάκκι μ’,
εκρεμίεν το μουστάκι μ’
Ας πορπατώ και πάγω
και χατίρ’ άλλο ’κ’ ευτάγω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βραδήνβράδυ
δοςδώσε
εβράδυνενβράδιασε
έγκεέφερε
εκράτεσενκράτησε
εκρεμίενγκρεμίστηκε
εμέρωσενξημέρωσε
εποίκεέκανε, έφτιαξε ποιέω-ῶ gr
επορώμπορώ
επότ’σεπότισε
ευτάγωκάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
εφάσεντάισε, έβαλε φαΐ σε κπ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κοιμούμαικοιμάμαι
λάρωσον(προστ.) γιάτρεψε, θεράπεψε
λελεύωχαίρομαι
μερών’μερώνει, ξημερώνει
μιντζίνμυζήθρα
ουςως, μέχρι
παρχαρέτ’σσαη γυναίκα που είναι επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού (ορεινού τόπου θερινής βοσκής)
πία(προστ.) πιες
ποδεδίζ’(ενεργ. και μέση) χαίρομαι/εσαι, απολαμβάνω/ει, προσκυνώ/άει από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πορπατώπερπατάω
σ’κούμαισηκώνομαι
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
χαλάντςχαλάς, καταστρέφεις
χατίρ’χάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χατίρ’νχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χατιρόπο(υποκορ.) χάρη, σεβασμό, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χ̌έρ’νχέρι
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βραδήνβράδυ
δοςδώσε
εβράδυνενβράδιασε
έγκεέφερε
εκράτεσενκράτησε
εκρεμίενγκρεμίστηκε
εμέρωσενξημέρωσε
εποίκεέκανε, έφτιαξε ποιέω-ῶ gr
επορώμπορώ
επότ’σεπότισε
ευτάγωκάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
εφάσεντάισε, έβαλε φαΐ σε κπ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κοιμούμαικοιμάμαι
λάρωσον(προστ.) γιάτρεψε, θεράπεψε
λελεύωχαίρομαι
μερών’μερώνει, ξημερώνει
μιντζίνμυζήθρα
ουςως, μέχρι
παρχαρέτ’σσαη γυναίκα που είναι επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού (ορεινού τόπου θερινής βοσκής)
πία(προστ.) πιες
ποδεδίζ’(ενεργ. και μέση) χαίρομαι/εσαι, απολαμβάνω/ει, προσκυνώ/άει από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πορπατώπερπατάω
σ’κούμαισηκώνομαι
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
χαλάντςχαλάς, καταστρέφεις
χατίρ’χάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χατίρ’νχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χατιρόπο(υποκορ.) χάρη, σεβασμό, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
χ̌έρ’νχέρι
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
ψ̌όποψυχούλα
Παρχαρέτ’σσα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost