.
.
Τα Ποντιακά του χθες και του σήμερα Νο2

Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
να ’ίνεται ρομάνα
[Έλα, έλα λέγω σε]
και για τ’ ατέν θα ’ίνουμαι
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
και κυνηγός σ’ ορμάνι͜α
[Έλα, έλα λέγω σε]

Αρ’ όντες πας και σον παρχάρ’
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
κάθκα απέσ’ σον άμμον
[Έλα, έλα λέγω σε]
Τοι παρχαρέτας δέβασον
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
κι εσύ εμέν ανάμ’νον
[Έλα, έλα λέγω σε]

Εσύ εχπάστες σον παρχάρ’,
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
εμέν γιατί ’κ’ ελάλ’νες;
[Έλα, έλα λέγω σε]
Άλλο καλλίον ντο ’κ’ έρθα
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
τ’ εμόν την ψ̌ην θα εβγάλλ’νες
[Έλα, έλα λέγω σε]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ανάμ’νονπερίμενε
απέσ’μέσα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατέναυτήν
δέβασον(προστ.) διάβασε, πέρασε, πήγαινε κπ/κτ κάπου
εβγάλλ’νεςέβγαζες
ελάλ’νεςέβγαζες λαλιά, καλούσες, αποκαλούσες, προσκαλούσες, οδηγούσες
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
επήενπήγε
έρθαήρθα
εχπάστεςαναχώρησες, κίνησες για
’ίνεταιγίνεται
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθκα(προστ.) κάθισε
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
όντεςόταν
ορμάνι͜αδάση orman
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
τοιτους/τις
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ανάμ’νονπερίμενε
απέσ’μέσα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατέναυτήν
δέβασον(προστ.) διάβασε, πέρασε, πήγαινε κπ/κτ κάπου
εβγάλλ’νεςέβγαζες
ελάλ’νεςέβγαζες λαλιά, καλούσες, αποκαλούσες, προσκαλούσες, οδηγούσες
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
επήενπήγε
έρθαήρθα
εχπάστεςαναχώρησες, κίνησες για
’ίνεταιγίνεται
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθκα(προστ.) κάθισε
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
όντεςόταν
ορμάνι͜αδάση orman
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
τοιτους/τις
ψ̌ηνψυχή

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost