.
.
Ποντιακά δίστιχα

Ο Ευκλείδης

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ο Ευκλείδης
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Σκοτία πίσσα έτονε,
ο καιρόν λιβωμένον
Αφκά σο κάρον εκείτουνε
Ευκλείδης ματωμένος
Ε! μαύρε καπετάνιε!

Τρανόν παλληκάρ’ έχασεν
τ’ εμέτερον η Σάντα
Ευκλείδη μ’, τα παλληκάρα̤ σ’
αραεύ’νε σε πάντα
Ε! μαύρε καπετάνιε!

Ευκλείδης ’κ’ εφογούτουνε
σπαθία και μαχ̌αίρι͜α
Πώς εγροίκ’σεν και -ν- εσέβεν
ση Χάρονος τα χ̌έρι͜α!
Ε! μαύρε καπετάνιε!

Εφτά χρόνα̤ σ’ αντάρτικα,
ση Σαντάς τα ραχ̌ία
Εφτά χρόνα̤ εβασάνιζες
τα τουρκικά τα ψ̌ήα
Ε! μαύρε καπετάνιε!

Ευκλείδη μ’, το λαλόπο σου
αρ’ άλλο ’κι ακουσκάται¹
Τ’ όνομα σ’ ζει και βασιλεύ’,
καμίαν ’κι θα χάται!
Ε! μαύρε καπετάνιε!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακουσκάταιακούγεται
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
αφκάκάτω
εγροίκ’σενκατάλαβε
εκείτουνεκείτονταν, ξάπλωνε
εμέτερονημέτερος/η/ο, δικός/ή/ό μου, οικείος/α/ο μου, φίλα προσκείμενος/η/ο σ' εμένα ἡμέτερος gr
εσέβενμπήκε
έτονεήταν
εφογούτουνεφοβόταν
έχασενέχασε, έδιωξε, πέταξε κτ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καμίανποτέ
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λαλόποφωνούλα
λιβωμένονσυννεφιασμένο λίβος<λείβω gr
παλληκάρα̤παλληκάρια παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ gr
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σκοτίασκοτάδι
σπαθίασπαθιά
τρανόνμεγάλος
ΧάρονοςΧάρου
χάταιχάνεται
χρόνα̤χρόνια
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακουσκάταιακούγεται
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
αφκάκάτω
εγροίκ’σενκατάλαβε
εκείτουνεκείτονταν, ξάπλωνε
εμέτερονημέτερος/η/ο, δικός/ή/ό μου, οικείος/α/ο μου, φίλα προσκείμενος/η/ο σ' εμένα ἡμέτερος gr
εσέβενμπήκε
έτονεήταν
εφογούτουνεφοβόταν
έχασενέχασε, έδιωξε, πέταξε κτ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καμίανποτέ
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λαλόποφωνούλα
λιβωμένονσυννεφιασμένο λίβος<λείβω gr
παλληκάρα̤παλληκάρια παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ gr
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σκοτίασκοτάδι
σπαθίασπαθιά
τρανόνμεγάλος
ΧάρονοςΧάρου
χάταιχάνεται
χρόνα̤χρόνια
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Ο Ευκλείδης
Σημειώσεις
¹ Ακούγεται να τραγουδάει εκ παραδρομής «άλλ’ άρ’ -ο- ’κι ακουσκάται»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost