.
.
Ακεί πέραν σ’ ορμανόπα
[η τρυγόνα, η κορώνα]
έστεκεν κι εποίν’νεν ξύλα
[η τρυγόνα, η κορώνα]

Εβραδι͜άστε σ’ ορμανόπα
[η τρυγόνα, η κορώνα]
μαναχ̌εύτε σα ραχ̌όπα
[η τρυγόνα, η κορώνα]

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα
[η τρυγόνα, η κορώνα]
Τρέχ̌’ σ’ ορμάνι͜α, κόφτ’ χορτάρι͜α
[η τρυγόνα, η κορώνα]

Άντρας ατ’ς έτον οκνέας
[η τρυγόνα, η κορώνα]
Άντρας ατ’ς έτον μυξέας
[η τρυγόνα, η κορώνα]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακείεκεί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εποίν’νενέκανε, έφτιαχνε ποιέω-ῶ gr
έστεκενστεκόταν
έτονήταν
κορώνα(ή κορόνα) κουρούνα, μτφ. προσφώνηση γυναίκας (για γυναίκα που χήρεψε), μτφ. καημένη κορώνη gr
κόφτ’κόβει
μυξέαςμυξιάρης
οκνέαςοκνηρός, τεμπέλης ὀκνηρός < ὄκνος gr
ορμάνι͜αδάση orman tr
ορμανόπαδάση
ραχ̌όπαραχούλες, βουνά
τρέχ̌’τρέχει
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακείεκεί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εποίν’νενέκανε, έφτιαχνε ποιέω-ῶ gr
έστεκενστεκόταν
έτονήταν
κορώνα(ή κορόνα) κουρούνα, μτφ. προσφώνηση γυναίκας (για γυναίκα που χήρεψε), μτφ. καημένη κορώνη gr
κόφτ’κόβει
μυξέαςμυξιάρης
οκνέαςοκνηρός, τεμπέλης ὀκνηρός < ὄκνος gr
ορμάνι͜αδάση orman tr
ορμανόπαδάση
ραχ̌όπαραχούλες, βουνά
τρέχ̌’τρέχει
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
Τρυγόνα
Σημειώσεις
Τραγούδι: Νατάσα (α.λ.σ.)

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost