.
.
Ποντιακά τραγούδια Νο1 & Νο2

Γκιουζέλα (Κόρη, κατήβα σο μαντρίν)

Γκιουζέλα (Κόρη, κατήβα σο μαντρίν)
Κόρη, κατέβα σο μαντρίν
ελύεν η Γκιουζέλα
Ο πρόσωπο σ’ εφώταξεν
άμον ντο έν’ ημέρα

Κόρη, κατέβα σο μαντρίν
και ντως κα’ τα πασσάλι͜α
Ο άντρας ι-σ’ μικρίκος έν’
κρού’ν ατον τα κοσσάρι͜α

Πάει ομάλι͜α, πάει ομάλι͜α,
τ’ ορταρόπα ’θε αρνομάλλι͜α¹
Πάει ομάλι͜α, πάει και τίκια
τ’ ορταρόπα ’θε τιφτίκια
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αρνομάλλι͜αμαλλί αρνιού
ελύενλύθηκε, έλιωσε
έν’είναι
εφώταξενφώτισε
’θετου/της
κα’κάτω
κοσσάρι͜ακότες
κρού’νχτυπούν κρούω gr
μικρίκοςμικρούλης, νεαρός, μικρόσωμος
ντως(προστ.) χτύπα
ομάλι͜α(επιρρ.) ομαλά, ευθεία, πεδιάδες, ίσια
ορταρόπα(υποκορ.) μάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
πασσάλι͜απάσσαλοι
τίκιαστητά dik tr
τιφτίκιαμοχέρ, ύφασμα από μαλλί αίγας tiftik/teftīk trae
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αρνομάλλι͜αμαλλί αρνιού
ελύενλύθηκε, έλιωσε
έν’είναι
εφώταξενφώτισε
’θετου/της
κα’κάτω
κοσσάρι͜ακότες
κρού’νχτυπούν κρούω gr
μικρίκοςμικρούλης, νεαρός, μικρόσωμος
ντως(προστ.) χτύπα
ομάλι͜α(επιρρ.) ομαλά, ευθεία, πεδιάδες, ίσια
ορταρόπα(υποκορ.) μάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
πασσάλι͜απάσσαλοι
τίκιαστητά dik tr
τιφτίκιαμοχέρ, ύφασμα από μαλλί αίγας tiftik/teftīk trae
Γκιουζέλα (Κόρη, κατήβα σο μαντρίν)
Σημειώσεις
¹ Τραγουδάει κάτι άλλο πιθ. εκ παραδρομής

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost