.
.
Παραδοσιακά

Πάει να ξημερώσει

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Πάει να ξημερώσει
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Σήμερον άλλος ουρανός,
[Χάραξεν κι η ανατολή]
σήμερον άλλη μέρα
[πάει να ξημερώσει]
Σήμερον θα χωρίεται
[Χάραξεν κι η ανατολή]
μάνα και θαγατέρα
[πάει να ξημερώσει]

Άφη, κόρη μ’, τη μάνα σου
[Χάραξεν κι η ανατολή]
και ποίσον άλλε μάνα
[πάει να ξημερώσει]
Άφη, κόρη μ’, τον κύρη σου
[Χάραξεν κι η ανατολή]
και ποίσον άλλον κύρη
[πάει να ξημερώσει]

Τίμα, κόρη μ’, την πεθερά σ’
[Χάραξεν κι η ανατολή]
ας ση μάνα σ’ καλλίον
[πάει να ξημερώσει]
Τίμα, κόρη μ’, τον πεθερό σ’
[Χάραξεν κι η ανατολή]
ας σον κύρη σ’ καλλίον
[πάει να ξημερώσει]
Τίμα, κόρη μ’, τ’ αντραδέλφι͜α σ’
[Χάραξεν κι η ανατολή]
να είσαι τιμημέντσα
[πάει να ξημερώσει]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άλλεάλλη
αντραδέλφι͜ακουνιάδοι/ες της νύφης
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
θαγατέραθυγατέρα, κόρη
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
τιμημέντσατιμημένη
χωρίεται(αμεταβ.) ξεχωρίζει, αποσπάται από το σύνολο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άλλεάλλη
αντραδέλφι͜ακουνιάδοι/ες της νύφης
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
θαγατέραθυγατέρα, κόρη
καλλίον(επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
τιμημέντσατιμημένη
χωρίεται(αμεταβ.) ξεχωρίζει, αποσπάται από το σύνολο
Πάει να ξημερώσει

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost