.
.
Σην ανατολήν

Αητέ μ’

Αητέ μ’
Αητέ μ’, ας σ’ επουράνια
τ’ ομμάτι͜α σ’ πέ’ μας ντ’ είδαν
Καπνοί, βρούλας εσάρεψαν
τον Πόντον την πατρίδα μ’

Κλαίνε κι αποχωρίουνταν,
κλίσκουν φιλούν το χώμαν
Ποίος εξέρ’ ντό αναμέν’
και ντό θα σύρ’νε ακόμαν;

Χωρίς φαΐν, χωρίς νερόν,
γεσίρ’ απέσ’ σ’ ορμάνι͜α
Και με το χ̌ι͜όν’ και τη βρεχ̌ήν,
σ’ αγιάζ’ και σα ποράνι͜α

Το αίμαν τρέχ̌’ άμον ποτάμ’,
ξεραίν’νταν τα χορτάρι͜α
Ποτίζ’ και τσ̌ιτσ̌εκών’ α̤τα
ο πρόσφυγας με δάκρυ͜α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγιάζ’αγιάζι, διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία ayaz tr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναμέν’περιμένει
απέσ’μέσα
αποχωρίουνταναποχωρίζονται
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου • (ας σο) από το/τα • (ας σοι) από τους
βρεχ̌ήνβροχή
βρούλας(τη) φλόγας, (τα) φλόγες brûler fr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εξέρ’ξέρω/ει, γνωρίζω/ει
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak tr
κλίσκουνσκύβουν, κλίνουν
ξεραίν’ντανξεραίνονται
ομμάτι͜αμάτια
ορμάνι͜αδάση orman tr
πέ’(προστ.) πες
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ποράνι͜αμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο) tritgr
ποτάμ’ποτάμι
ποτίζ’ποτίζω/ει, δίνω/ει σε κπ να πιει
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
τρέχ̌’τρέχει
τσ̌ιτσ̌εκών’ανθίζει, βγάζει λουλούδια çiçek tr
χ̌ι͜όν’χιόνι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγιάζ’αγιάζι, διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία ayaz tr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναμέν’περιμένει
απέσ’μέσα
αποχωρίουνταναποχωρίζονται
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου • (ας σο) από το/τα • (ας σοι) από τους
βρεχ̌ήνβροχή
βρούλας(τη) φλόγας, (τα) φλόγες brûler fr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εξέρ’ξέρω/ει, γνωρίζω/ει
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak tr
κλίσκουνσκύβουν, κλίνουν
ξεραίν’ντανξεραίνονται
ομμάτι͜αμάτια
ορμάνι͜αδάση orman tr
πέ’(προστ.) πες
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ποράνι͜αμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο) tritgr
ποτάμ’ποτάμι
ποτίζ’ποτίζω/ει, δίνω/ει σε κπ να πιει
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
τρέχ̌’τρέχει
τσ̌ιτσ̌εκών’ανθίζει, βγάζει λουλούδια çiçek tr
χ̌ι͜όν’χιόνι
Αητέ μ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost