.
.
Πόντος, πατρίδα μ’ έμορφον

Πατέρα

Πατέρα
Πατέρα, νέος έφυγες
κι εφέκες τα παιδία σ’
Κι ενθύμιον εφέκες μας
τ’ εσά τα τραγωδίας

Πολλά είν’ τα παράπονα μ’
αν αρχινώ να λέγω
Απέσ’ σην ψ̌η μ’ εβγών’ γεράν,
μοιρολογώ και κλαίγω

Σα ξένα πόρτας ορφανόν
κι από μικρόν γεσίριν
Μαύρον γίνεται η ζωή
αν ’κ’ έ͜εις γονείς και φίλους

Είχ̌ες μουράτι͜α απλέρωτα,
’κ’ επρόφτασες, πατέρα!
Τον Χάρον όντες αντάμωσες
μαύρον έτον η ώρα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απέσ’μέσα
απλέρωταανεκπλήρωτα
γεράνπληγή, τραύμα yara tr
γεσίρινκυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
έ͜ειςέχεις
εβγών’βγαίνει
είν’(για πληθ.) είναι
εσάδικά σου/σας
έτονήταν
εφέκεςάφησες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
μουράτι͜αεπιθυμίες, πόθοι murat/murād trae
όντεςόταν
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta it
τραγωδίαςτραγούδια
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απέσ’μέσα
απλέρωταανεκπλήρωτα
γεράνπληγή, τραύμα yara tr
γεσίρινκυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
έ͜ειςέχεις
εβγών’βγαίνει
είν’(για πληθ.) είναι
εσάδικά σου/σας
έτονήταν
εφέκεςάφησες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
μουράτι͜αεπιθυμίες, πόθοι murat/murād trae
όντεςόταν
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta it
τραγωδίαςτραγούδια
ψ̌ηψυχή
Πατέρα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost