.
.
Οψέ κι οσήμερον | Θα πουλώ -γ- ατα και φεύω

Τσ̌άμπασ̌ιν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τσ̌άμπασ̌ιν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εκάεν [ξαν] και το Τσ̌άμπασ̌ιν,
επέμ’ναν τα τουβάρι͜α
[γιαρ, γιαρ, αμάν]
Ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
τ’ Ορτούς τα παλληκάρι͜α/τσ̌αναβάρα̤
[γιαρ, γιαρ, αμάν/κομμενόχρονε]

Χάιτε, χάιτε το κορτσόπον
bizim odaya¹
Θα σε πάρω και θα φύγω,
μα την Παναγιά!

Τρανόν κακόν [και] σο Τσ̌άμπασ̌ιν,
γιαβρί μ’, τιδέν ’κ’ επέμ’νεν
[γιαρ, γιαρ, αμάν]
Μικροί, τρανοί, φτωχοί, ζεγκίν’,
ούλ’ κάθουνταν και κλαίγ’νε
[γιαρ, γιαρ, αμάν]

Haydı, haydı, gidelim
Bizim odaya²
Θα σε πάρω και θα φύγω
Μα την Παναγιά!

Κλαίν’ τα πουλόπα [και] τ’ ουρανού,
κλαίν’ τα πεγαδομμάτα̤
[γιαρ, γιαρ, αμάν]
Κλαίει το Τσ̌αμλούκ³, το Καρακιόλ⁴,
κλαίν’ τα ψηλά τ’ ελάτα̤
[γιαρ, γιαρ, αμάν]

Αρ’ εκάεν κι εμανίεν
όλον το παρχάρ’
Και -ν- εκεί τιδέν ’κ’ επέμ’νεν,
μονάχον σαχτάρ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma
εκάενκάηκε
ελάτα̤έλατα
εμανίενμαύρισε/μουντζουρώθηκε από την καπνιά, καταστράφηκε, κατακάηκε μέχρι καπνιάς
επέμ’ναναπόμειναν
επέμ’νεναπόμεινε
ερρούξανέπεσαν
ζεγκίν’πλούσιοι zengin/sengīn
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθουντανκάθονται
κλαίγ’νεκλαίνε
κορτσόπονκοριτσάκι
μονάχονμονάχα, μοναχό
ξανπάλι, ξανά
ούλ’όλοι
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πεγαδομμάτα̤πηγές νερού
πουλόπαπουλάκια
σαχτάρ’στάχτη στάχτη<στάζω
τιδέντίποτα
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār
τρανόνμεγάλος
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή)
τσ̌αναβάρα̤θηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
χάιτεάντε haydi<hay de (οθωμ.)
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma
εκάενκάηκε
ελάτα̤έλατα
εμανίενμαύρισε/μουντζουρώθηκε από την καπνιά, καταστράφηκε, κατακάηκε μέχρι καπνιάς
επέμ’ναναπόμειναν
επέμ’νεναπόμεινε
ερρούξανέπεσαν
ζεγκίν’πλούσιοι zengin/sengīn
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθουντανκάθονται
κλαίγ’νεκλαίνε
κορτσόπονκοριτσάκι
μονάχονμονάχα, μοναχό
ξανπάλι, ξανά
ούλ’όλοι
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πεγαδομμάτα̤πηγές νερού
πουλόπαπουλάκια
σαχτάρ’στάχτη στάχτη<στάζω
τιδέντίποτα
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār
τρανόνμεγάλος
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή)
τσ̌αναβάρα̤θηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
χάιτεάντε haydi<hay de (οθωμ.)
Τσ̌άμπασ̌ιν
Σημειώσεις
¹ στο δωμάτιό μας
² Άντε, άντε, πάμε στο δωμάτιό μας!
³ (κυρ. πευκόδασος) τοπωνύμιο στην επαρχία Κοτυώρων
⁴ (κυρ. μαυρολίμνη) τοπωνύμιο στην επαρχία Κοτυώρων

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost