.
.
Έλα απάν’ σα κατάβραδα,
έλα απάν’ σα βρατέρι͜α
Έλα, τ’ αρνί μ’, εύρηκον με
σα ισίζ’κα τα μέρι͜α

Εφώταξες και έχ̌’ κι έρχεσαι
άμον σ̌ισ̌ελί λάμπα
Οφύγον τρυγονίτσα μο(υ),
σην εγκαλιά μ’ έλα ’μπα

Το πόιν ατ’ς απ’ αδά κι απάν’
οσπιτί’ κερεστέν έν’
Ν’ αγιάζ’ ο κύρ’ και -ν- η μάνα
π’ ατέναν ενεστένεν

Νερόπα πεντακάθαρα,
χορταροσ̌κεπαμένα
Ντ’ έπαθετεν ’κι τρέχ̌ετεν,
γιάμ’ είσ’νε χολιασμένα;
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγιάζ’αγιάζι, διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία ayaz tr
αδάεδώ
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απάν’πάνω
ατέναναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βρατέρι͜ατο δειλινό
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη trgr
εγκαλιά(επιρρ.) αγκαλιαστά
είσ’νεείσαστε
έν’είναι
ενεστένεναναζωογονούσε, ανέθρεφε/μεγάλωνε (παιδί), ανάσταινε ἀνίστημι gr
έπαθετενπάθατε
εύρηκον(προστ.) βρες
εφώταξεςφώτισες, έλαμψες
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρχεσαιείσαι στον ερχομό, έρχεσαι
ισίζ’καερημικά, απομονωμένα ıssız tr
κερεστένμεγάλη ξύλινη δοκός σπιτιού, η ξυλεία γενικά kereste/kerāste trir
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κύρ’πατέρα
μέρι͜αμέρη
’μπα(έμπα) μπες
νερόπανεράκια
οσπιτί’σπιτιού hospitium<hospes it
οφύγον(προστ.) φύγε
πόινύψος, μπόι boy tr
σ̌ισ̌ελίφιαλόσχημη şişeli tr
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
χολιασμέναθυμωμένα, αγανακτισμένα
χορταροσ̌κεπαμένασκεπασμένα με χορτάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγιάζ’αγιάζι, διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία ayaz tr
αδάεδώ
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απάν’πάνω
ατέναναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βρατέρι͜ατο δειλινό
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη trgr
εγκαλιά(επιρρ.) αγκαλιαστά
είσ’νεείσαστε
έν’είναι
ενεστένεναναζωογονούσε, ανέθρεφε/μεγάλωνε (παιδί), ανάσταινε ἀνίστημι gr
έπαθετενπάθατε
εύρηκον(προστ.) βρες
εφώταξεςφώτισες, έλαμψες
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρχεσαιείσαι στον ερχομό, έρχεσαι
ισίζ’καερημικά, απομονωμένα ıssız tr
κερεστένμεγάλη ξύλινη δοκός σπιτιού, η ξυλεία γενικά kereste/kerāste trir
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κύρ’πατέρα
μέρι͜αμέρη
’μπα(έμπα) μπες
νερόπανεράκια
οσπιτί’σπιτιού hospitium<hospes it
οφύγον(προστ.) φύγε
πόινύψος, μπόι boy tr
σ̌ισ̌ελίφιαλόσχημη şişeli tr
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
χολιασμέναθυμωμένα, αγανακτισμένα
χορταροσ̌κεπαμένασκεπασμένα με χορτάρι
Έλα απάν’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost