.
.
Ποντιακό Γλέντι

Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε

Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε
fullscreen
Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε
σ’ ορμάνι͜α τσ̌αναβάρι͜α
Η πάχνια έναν πιθαμήν,
νέ τσ̌αρούχ̌ι͜α, νέ ορτάρι͜α

Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε
σα χωράφι͜α μερέαν
Εκλίσκουμ’ και -ν- εφίλ’να σε
σην αποσυνορέαν

Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε
εντάμαν σα χορτάρι͜α
Κάθεν χορτάρ’ και φίλεμαν,
κάθεν βούραν κι εγκάλιαν

Αρ’ όσον είπαν, είπανε,
’πουγαλεύταν η χώρα
Θα ’φτάγ’ ατα -ν- αληθινά,
τρυγόνα μ’, απ’ ετώρα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αποσυνορέανσύνορο, όρια χωραφιού
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατααυτά
βούρανχούφτα vola=η παλάμη του χεριού ή το πέλμα του ποδιού
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εκλίσκουμ’έσκυβα
εντάμανμαζί
επέγ̆’ναμεπηγαίναμε
ετώρατώρα
εφίλ’ναφιλούσα
κάθενκάτω, κάθε
μερέανμεριά
νέούτε ne
όντεςόταν
ορμάνι͜αδάση orman
ορτάρι͜αμάλλινες κάλτσες ἀορτήρ
πάχνιαπάχνη
’πουγαλεύταν(επουγαλεύταν) έσκασαν, βαρέθηκαν, στενοχωρέθηκαν bunalmak
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık
φίλεμανφιλί
’φτάγ’(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χορτάρ’χορτάρι
χώραοι ξένοι γενικά, οι μη οικείοι, η ξενιτειά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αποσυνορέανσύνορο, όρια χωραφιού
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατααυτά
βούρανχούφτα vola=η παλάμη του χεριού ή το πέλμα του ποδιού
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εκλίσκουμ’έσκυβα
εντάμανμαζί
επέγ̆’ναμεπηγαίναμε
ετώρατώρα
εφίλ’ναφιλούσα
κάθενκάτω, κάθε
μερέανμεριά
νέούτε ne
όντεςόταν
ορμάνι͜αδάση orman
ορτάρι͜αμάλλινες κάλτσες ἀορτήρ
πάχνιαπάχνη
’πουγαλεύταν(επουγαλεύταν) έσκασαν, βαρέθηκαν, στενοχωρέθηκαν bunalmak
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık
φίλεμανφιλί
’φτάγ’(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χορτάρ’χορτάρι
χώραοι ξένοι γενικά, οι μη οικείοι, η ξενιτειά
Θυμάσαι όντες επέγ̆’ναμε

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost