Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Σ’ εγκαλιόπο σ’ έναν βραδήν

Γεύση...απ’ το παλιό χρυσό ραδιόφωνοΓεύση...απ’ το παλιό χρυσό ραδιόφωνο

Στιχουργοί: Παραδοσιακό

Συνθέτες: Παραδοσιακό

Καλλιτέχνες: Νίκος Τσαλικίδης, Παναγιώτης Ασλανίδης


Σ’ εγκαλιόπο σ’ έναν βραδήν [ασ’χώρετον]
ολίγον π’ εκοιμέθεν [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]
Πιρνά - πιρνά ας αποθάν’ [ν’ αηλί εμέν]
ντ’ έζησεν εκανέθεν [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]

Αφκά και σ’ αλατόφυτα [ασ’χώρετον]
«να! τρυγονίτσα» εφών’νεν [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]
Τ’ ορμία εντιδόγαναν [ν’ αηλί εμέν]
η κόρη ετραγώδ’νεν [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]

Σα χωραφάκρας ’κάθουμ’νε [ασ’χώρετον]
και -ν- άμον χωμολέας [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]
Εκάθουμ’νε κι εμέτρανα [ν’ αηλί εμέν]
τσ’ εγάπ’ς τα μακελλέας [όι, όι, όι/ έλα -ν- έλα]
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αλατόφυταελατόφυτα, έλατα
άμονσαν, όπως, καθώς
αποθάν’πεθαίνει
ασ’χώρετονασυγχώρητο
αφκάκάτω
βραδήνβράδυ
εγάπ’ςαγάπης
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εκάθουμ’νεκαθόμουν
εκανέθενέφτασε, ήταν αρκετό
εκοιμέθενκοιμήθηκε
εμέτραναμετρούσα
εντιδόγαναναντιδονούσαν
ετραγώδ’νεντραγουδούσε
εφών’νενφώναζε
’κάθουμ’νε(εκάθουμ’νε) καθόμουν
μακελλέαςσκαπανιές, τσαπιές μάκελλος/μακέλλῃ (μία + κέλλω=κοψιμο μιάς κατευθυνσης, μιας πλευράς)
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ορμίαρυάκια, ρεματιές
πιρνάπρωί, πρωινιάτικα, αύριο
τρυγονίτσατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας (υποκορ.)
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
χωμολέαςτο έντομο μυρμηκολέων χῶμα + λέων
χωραφάκραςοι άκρες, τα όρια του χωραφιού

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 7860 | Albums/Singles: 1121 | Συντελεστές: 1524 | Λήμματα: 12572
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr