.
.
Παραδοσιακοί σκοποί της Ματσούκας του Πόντου

Τικ

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τικ
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Άλλο σ’ οσπίτι σ’ ’κ’ έρχουμαι,
δι͜αβάτες ’κι δι͜αβαίνω
Δι͜αβάτες αν δι͜αβαίνω ’γώ,
μονήν άλλο ’κι μένω

Τρυγόνα μ’, τα σπαρέλια σου
και τα σπαρελοδέμι͜α σ’
Ατά όντες λύντς και δέντς ατα
πώς ’κι τρομάζ’ν τα χ̌έρι͜α σ’;

Άσπρα τσ̌ιτσ̌άκια ’κχ̌ύουνταν
ας σην πορπατησία σ’
Να έμ’ του σπαρελί’ σ’ τ’ αστάρ’
κι εκείμ’ απέσ’ σα ψ̌ήα σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απέσ’μέσα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
αστάρ’φόδρα, υπόστρωμα astar/āster trir
ατάαυτά
ατααυτά
δέντςδένεις
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω gr
εκείμ’κειτόμουν, ξάπλωνα
έμ’ήμουν
έρχουμαιέρχομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’κχ̌ύουντανεκχύνονται, χύνονται, εκρέουν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
λύντςλύνεις, λιώνεις
μονήνδιαμονή, διανυκτέρευση
όντεςόταν
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
πορπατησίαπερπατησιά, περπάτημα
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
σπαρέλιαμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελοδέμι͜ατα κορδόνια του στηθοδέσμου (σπαρέλιν) spalliera+δένω itgr
τρομάζ’ντρέμουν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ιτσ̌άκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απέσ’μέσα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
αστάρ’φόδρα, υπόστρωμα astar/āster trir
ατάαυτά
ατααυτά
δέντςδένεις
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω gr
εκείμ’κειτόμουν, ξάπλωνα
έμ’ήμουν
έρχουμαιέρχομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’κχ̌ύουντανεκχύνονται, χύνονται, εκρέουν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
λύντςλύνεις, λιώνεις
μονήνδιαμονή, διανυκτέρευση
όντεςόταν
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
πορπατησίαπερπατησιά, περπάτημα
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
σπαρέλιαμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελοδέμι͜ατα κορδόνια του στηθοδέσμου (σπαρέλιν) spalliera+δένω itgr
τρομάζ’ντρέμουν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ιτσ̌άκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Τικ

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost