.
.
Χορόντας και τραγωδίας

Τ’ αδέλφι͜α όντες χωρίγουνταν

Τ’ αδέλφι͜α όντες χωρίγουνταν
Τ’ αδέλφι͜α όντες χωρίγουνταν,
ο ήλιον πα ματούται
Ν’ αϊλί εκείνο τ’ ορφανόν
σα ξένα π’ αρματούται

Ση ξενιτείαν έρημος,
κομμένα τα φτερόπα μ’
κι άμον χαλάζι͜α τα δάκρυ͜α μ’
στάζ’νε ας σ’ ομματόπα μ’¹

Ήλιε μ’, που εβγαίντς υψηλά
και τον κόσμον ελέπ’ς -ιν
Πέει με, πού έν’ τ’ αρνόπο μου
κι ύστερα βασιλεύ’ς -ιν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αρματούταιεξοπλίζεται, οπλίζεται
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
βασιλεύ’ςβασιλεύεις, δύεις
εβγαίντςβγαίνεις
ελέπ’ςβλέπεις
έν’είναι
ματούταιματώνει
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
πέει(προστ.) πες
στάζ’νεστάζουνε
φτερόπαφτεράκια
χωρίγουντανχωρίζονται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αρματούταιεξοπλίζεται, οπλίζεται
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
βασιλεύ’ςβασιλεύεις, δύεις
εβγαίντςβγαίνεις
ελέπ’ςβλέπεις
έν’είναι
ματούταιματώνει
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
πέει(προστ.) πες
στάζ’νεστάζουνε
φτερόπαφτεράκια
χωρίγουντανχωρίζονται
Τ’ αδέλφι͜α όντες χωρίγουνταν
Σημειώσεις
¹ Στην επανάληψη προφανώς εκ παραδρομής αντιστρέφει τα «δάκρυ͜α μ’» με το «ομματόπα μ’»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost