.
.
Τα ποντιακά - Οι τραγουδιστές

Η τρυγόνα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Η τρυγόνα
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα
[η τρυγόνα, η κορώνα]
Έστεκεν κι εποίν’νεν ξύλα
[η τρυγόνα, η κορώνα]

Τα ξύλα τ’ς έταν οξέας,
[η τρυγόνα, η κορώνα]
άντρας ατ’ς έτον μυξέας
[η τρυγόνα, η κορώνα]

Η τρυγόνα με τ’ αντζία
[η τρυγόνα, η κορώνα/τρυγόνα]
πάει σ’ ορμάν’ σερεύ’ τσατσία
[η τρυγόνα, η τρυγόνα]

Τα χ̌έρι͜α τ’ς άμον τσατσία
[η τρυγόνα, η κορώνα/τρυγόνα]
όλο στούδι͜α και πετσία
[η τρυγόνα, η τρυγόνα]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αντζίαπόδια, μηροί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εποίν’νενέκανε, έφτιαχνε ποιέω-ῶ
έστεκενστεκόταν
έτανήταν
έτονήταν
κορώνα(ή κορόνα) κουρούνα, μτφ. προσφώνηση γυναίκας (για γυναίκα που χήρεψε), μτφ. καημένη κορώνη
μυξέαςμυξιάρης
οξέαςοξιές
ορμάν’δάσος orman
πετσίαπετσιά, το δέρμα
σερεύ’μαζεύει, συγκεντρώνει σωρεύω
στούδι͜αοστά, κόκκαλα ὀστοῦν~οστούδιον
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσατσίαξεροκλάδια θάμνων, φρύγανα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αντζίαπόδια, μηροί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εποίν’νενέκανε, έφτιαχνε ποιέω-ῶ
έστεκενστεκόταν
έτανήταν
έτονήταν
κορώνα(ή κορόνα) κουρούνα, μτφ. προσφώνηση γυναίκας (για γυναίκα που χήρεψε), μτφ. καημένη κορώνη
μυξέαςμυξιάρης
οξέαςοξιές
ορμάν’δάσος orman
πετσίαπετσιά, το δέρμα
σερεύ’μαζεύει, συγκεντρώνει σωρεύω
στούδι͜αοστά, κόκκαλα ὀστοῦν~οστούδιον
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσατσίαξεροκλάδια θάμνων, φρύγανα
Η τρυγόνα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost