Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Επιτραπέζιο

Ας σον Πόντον σην ΕλλάδανΑς σον Πόντον σην Ελλάδαν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό

Συνθέτες: Παραδοσιακό

Καλλιτέχνες: Γιώργος Αμαραντίδης


[Και -ν-] Άμον τα μήλα σο κλαδίν
τα κόλφι͜α ’θε λαΐσκουν
κι όντες σπιχταγκαλιάσ̌κεται
πώς ’κι φοάται γλύσκουν;

[Και -ν-] Αφκά στο σπαρελόπο σου
ντό είναι τα πουλόπα;
Ατά -ν- επαρεπείνασαν
και θέλ’νε θρυμμουλόπα

[Και -ν-] Αποκουμπία το σπαρέλ’ -τ- σ’
ας φαίνεται -ν- η ψ̌ήκα σ’
Θα κλίσ̌κεται κα’ και φιλεί
ο καρίπ’ς ο Γιωρίκας

[Και -ν-] Άσπρα τσ̌ιτσ̌έκια ’κχ̌ύουνταν
ας σην πορπατησία σ’
Να έμ’ τη σπαρελί’ σ’ τ’ αστάρ’
κι εκείμ’ απέσ’ σα ψ̌ήα σ’
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς
απέσ’μέσα
αποκουμπίαξεκούμπωσε (προστ.)
αστάρ’φόδρα, υπόστρωμα astar/āster
ατάαυτά
αφκάκάτω
γλύσκουνσυνθλίβονται, λιώνουν
εκείμ’κειτόμουν, ξάπλωνα
έμ’ήμουν
επαρεπείνασανπαραπείνασαν
’θετου/της
θέλ’νεθέλουν
θρυμμουλόπαψιχουλάκια
κα’κάτω
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος garip/ġarīb
’κιδεν ουκί<οὐχί
κλίσ̌κεταισκύβει, κλίνει
κόλφι͜αη αγκαλιά, ο κόλπος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος, το στήθος της γυναίκας
’κχ̌ύουντανχύνονται, περιχύνονται
λαΐσκουνκουνιούνται πέρα-δώθε
όντεςόταν
πορπατησίαπερπατησιά, περπάτημα
πουλόπαπουλάκια
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
σπαρελί’σπαρελιού (βλ.σπαρέλιν) spalliera
σπαρελόπομέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
σπιχταγκαλιάσ̌κεταισφιχταγκαλιάζει
τσ̌ιτσ̌έκιαλουλούδια çiçek
φοάταιφοβάται
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ψ̌ήκαψυχούλα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 7825 | Albums/Singles: 1118 | Συντελεστές: 1525 | Λήμματα: 12572
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr