.
.
Ο μέτοικον

Το παρχαροπούλ’

Το παρχαροπούλ’
Τερέστεν το παρχαροπούλ’,
από παιδίν τσ̌οπάνος
Ο φίλος ι-μ’ το τσ̌αναβάρ’,
η δείσα ο τουσ̌μάνον

Την ψ̌η σ’ καλεί το λαλόπο μ’,
τ’ όνεμα σ’ τ’ αντιλάλι μ’
Ρομάνα μ’, κάπ’ να έστεκες
και -ν- έλεπες το χάλι μ’

Η δείσα εκάτσεν σο ραχ̌ίν,
θολούνταν τα παρχάρι͜α
Ρομάνα μ’, άλλο ’κ’ είδα σε,
εχάσα και τ’ ιχνάρι͜α

Ατσ̌ά πού είσαι, αγράνεμε;
Πού είσαι ανεμοκαλή;
Τη δείσα εταχ̌ίτευες
και έλεπα την κάλη μ’

Τερέστεν το παρχαροπούλ’,
τερέστεν τον τσ̌οπάνον
Τα τσ̌αναβάρι͜α εποίκα φίλτς
και τη δείσαν τουσ̌μάνον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγράνεμεάγριε άνεμε
ανεμοκαλήανεμοστρόβιλος, σίφουνας
αντιλάλιαντίλαλος
ατσ̌άάραγε acep/ʿaceb trae
δείσαομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
δείσανομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
εκάτσενκάθισε
έλεπαέβλεπα
έλεπεςέβλεπες
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
εταχ̌ίτευες(πιθ. εταΐτευες) σκόρπιζες dağıtmak tr
εχάσαέχασα
θολούντανθολώνουν
ιχνάρι͜αχνάρια, ίχνη
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κάληη αγαπητή σύζυγος, η σύζυγος
κάπ’κάπου
λαλόποφωνούλα
όνεμαόνομα
παρχάρι͜αορεινοί τόποι θερινής βοσκής
παρχαροπούλ’πουλί του παρχαριού (ορεινός τόπος θερινής βοσκής)
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
τερέστεν(προστ.) κοιτάξτε
τουσ̌μάνονεχθρός, εχθρό düşman/duşmān trir
τσ̌αναβάρ’θηρίο, τέρας, μτφ. παλληκάρι canavar/cānāver trir
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver trir
φίλτςφίλους
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγράνεμεάγριε άνεμε
ανεμοκαλήανεμοστρόβιλος, σίφουνας
αντιλάλιαντίλαλος
ατσ̌άάραγε acep/ʿaceb trae
δείσαομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
δείσανομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
εκάτσενκάθισε
έλεπαέβλεπα
έλεπεςέβλεπες
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
εταχ̌ίτευες(πιθ. εταΐτευες) σκόρπιζες dağıtmak tr
εχάσαέχασα
θολούντανθολώνουν
ιχνάρι͜αχνάρια, ίχνη
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κάληη αγαπητή σύζυγος, η σύζυγος
κάπ’κάπου
λαλόποφωνούλα
όνεμαόνομα
παρχάρι͜αορεινοί τόποι θερινής βοσκής
παρχαροπούλ’πουλί του παρχαριού (ορεινός τόπος θερινής βοσκής)
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
τερέστεν(προστ.) κοιτάξτε
τουσ̌μάνονεχθρός, εχθρό düşman/duşmān trir
τσ̌αναβάρ’θηρίο, τέρας, μτφ. παλληκάρι canavar/cānāver trir
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver trir
φίλτςφίλους
ψ̌ηψυχή
Το παρχαροπούλ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost