.
.
Ο Χρύσανθος τραγουδά Ματσούκα

Τσ̌ιτσ̌έκι μ’ χ̌ιλι͜οπλούμιστον

Τσ̌ιτσ̌έκι μ’ χ̌ιλι͜οπλούμιστον
[Άι!] Τσ̌ιτσ̌έκι μ’ χ̌ιλι͜οπλούμιστον,
σκουντουλί͜εις ευωδίας
Γαϊτάνι͜α είν’ τ’ οφρυδόπα σ’
και χρυσά τα μαλλία σ’

[Άι!] Ας σα χ̌είλι͜α σ’ κρεμάγουμαι
όντες ανοί͜εις το στόμα σ’
Να έπλανε με ο Θεόν
έναν βράδον σο δώμα σ’

[Άι!] Τερούνε με τ’ ομματόπα σ’,
χαρχαταρά̤ η καρδία μ’
Θολών’ τ’ ακ̂ούλι μ’ και χάνω
ο άχαρον την υεία μ’

[Άι!] Πουλόπο μ’, όντες καλατσ̌εύ’ς
πέει με έναν γλυκύν λόγον
Χαΐρ’ ν’ ευτάει με το φαΐν
εγώ, πουλί μ’, ντο τρώγω

-Γεια σου Κωστάκη με τη λύρα σου!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακ̂ούλιμυαλό akıl tr
ανοί͜ειςανοίγεις
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
βράδονβράδυ
γαϊτάνι͜αέντεχνα πλεγμένα κορδόνια με τρεις μεταξωτές κλωστές (κοτσίδα) ή τέσσερεις (τεχρίλι), ή και μάλλινο ή βαμβακερό, που στόλιζε τα ρούχα στο κάτω μέρος των μανικιών και στον ποδόγυρο μτφ. όμορφα και λεπτά/καλαίσθητα kaytan tr
γλυκύνγλυκιά/ό
δώμαοριζόντια σκεπή σπιτιού
είν’(για πληθ.) είναι
έπλανεέπλαθε, δημιουργούσε, εμφάνιζε
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
ευωδίαςευωδίες
καλατσ̌εύ’ςμιλάς, συνομιλείς, συζητάς keleci=καλός λόγος (Παλαιά Τουρκική Ανατολίας) tr
κρεμάγουμαικρέμομαι
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
οφρυδόπαφρυδάκια
πέει(προστ.) πες
πουλόποπουλάκι
σκουντουλί͜ειςευωδιάζεις, μοσχοβολάς
τερούνεκοιτούν
τσ̌ιτσ̌έκιάνθος, λουλούδι çiçek tr
υείαυγεία
χαΐρ’προκοπή, καλή τύχη, ευημερία hayır/ḫayr trae
χαρχαταρά̤(ηχομ. λέξη) πάλλεται παράγοντας θόρυβο
χ̌ιλι͜οπλούμιστονχιλιοστολισμένο, πολύχρωμο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακ̂ούλιμυαλό akıl tr
ανοί͜ειςανοίγεις
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
βράδονβράδυ
γαϊτάνι͜αέντεχνα πλεγμένα κορδόνια με τρεις μεταξωτές κλωστές (κοτσίδα) ή τέσσερεις (τεχρίλι), ή και μάλλινο ή βαμβακερό, που στόλιζε τα ρούχα στο κάτω μέρος των μανικιών και στον ποδόγυρο μτφ. όμορφα και λεπτά/καλαίσθητα kaytan tr
γλυκύνγλυκιά/ό
δώμαοριζόντια σκεπή σπιτιού
είν’(για πληθ.) είναι
έπλανεέπλαθε, δημιουργούσε, εμφάνιζε
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
ευωδίαςευωδίες
καλατσ̌εύ’ςμιλάς, συνομιλείς, συζητάς keleci=καλός λόγος (Παλαιά Τουρκική Ανατολίας) tr
κρεμάγουμαικρέμομαι
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
οφρυδόπαφρυδάκια
πέει(προστ.) πες
πουλόποπουλάκι
σκουντουλί͜ειςευωδιάζεις, μοσχοβολάς
τερούνεκοιτούν
τσ̌ιτσ̌έκιάνθος, λουλούδι çiçek tr
υείαυγεία
χαΐρ’προκοπή, καλή τύχη, ευημερία hayır/ḫayr trae
χαρχαταρά̤(ηχομ. λέξη) πάλλεται παράγοντας θόρυβο
χ̌ιλι͜οπλούμιστονχιλιοστολισμένο, πολύχρωμο
Τσ̌ιτσ̌έκι μ’ χ̌ιλι͜οπλούμιστον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost