.
.
Του Ρθι͜άν τ’ ορμίν

Ντ’ εποίκα σε ασ’χώρετον

Ντ’ εποίκα σε ασ’χώρετον
Ντ’ εποίκα σε, ασ’χώρετον,
και θέλτς να παλαλώντς με;
Έχ̌’ κι έρθες, ’φούμ’σες, έφυες,
ζαέρ θέλτς να κομπώντς με

Πεκιάρτς είμαι κι αραεύω
ίλιαμ παρχαρομάνα
Θέλω σ’ εμέν κο̤ρά̤ν κορίτσ’,
πασ̌τάν άμον τη μάνα μ’!

Ισιζλιαεύτα σα λίβι͜α,
’γομώθανε τ’ ομμάτι͜α μ’
Το χ̌ι͜όν’ ντο σύρ’ ο Θεόν, είν’
τα παγωμένα δάκρυ͜α μ’

Ανάθεμα σε, νε σεβτι͜ά,
ληγάρι͜α να πας χάσαι
Πάντα ’γνεφί͜εις σα άσ̌κεμα,
σα έμορφα κοιμάσαι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak tr
άσ̌κεμαάσχημα
ασ’χώρετονασυγχώρητο
’γνεφί͜ειςξυπνάς
’γομώθανε(εγομώθανε) γέμισαν, (μτφ. για μάτια) βούρκωσαν
είν’(για πληθ.) είναι
έμορφαόμορφα
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έρθεςήρθες
έφυεςέφυγες
έχ̌’έχει
ζαέρως φαίνεται, προφανώς, μάλλον zahiren<zahir/ẓāhir trae
θέλτςθέλεις
ίλιαμπροπαντώς, ιδιαίτερα, ειδικά illa/illā trae
ισιζλιαεύταερημώνομαι, μένω μόνος, γίνομαι ακατοίκητος ıssızlaşmak tr
κομπώντςεξαπατάς, ξεγελάς, μτφ. σαγηνεύεις κομβόω gr
κο̤ρά̤νταιριαστός/ή/ό göre tr
ληγάρι͜αγρήγορα
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω gr
ομμάτι͜αμάτια
παλαλώντςτρελαίνεις
παρχαρομάναγυναίκα που ήταν επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού, ορεινού τόπου θερινής βοσκής
πασ̌τάνολωσδιόλου, εντελώς baştan tr
πεκιάρτςεργένης, (αιτ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
σεβτι͜άέρωτας sevda/sevdā trae
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
’φούμ’σες(εφούμ’σες) θύμωσες, εξοργίστηκες
χάσαιχάνεσαι
χ̌ι͜όν’χιόνι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak tr
άσ̌κεμαάσχημα
ασ’χώρετονασυγχώρητο
’γνεφί͜ειςξυπνάς
’γομώθανε(εγομώθανε) γέμισαν, (μτφ. για μάτια) βούρκωσαν
είν’(για πληθ.) είναι
έμορφαόμορφα
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έρθεςήρθες
έφυεςέφυγες
έχ̌’έχει
ζαέρως φαίνεται, προφανώς, μάλλον zahiren<zahir/ẓāhir trae
θέλτςθέλεις
ίλιαμπροπαντώς, ιδιαίτερα, ειδικά illa/illā trae
ισιζλιαεύταερημώνομαι, μένω μόνος, γίνομαι ακατοίκητος ıssızlaşmak tr
κομπώντςεξαπατάς, ξεγελάς, μτφ. σαγηνεύεις κομβόω gr
κο̤ρά̤νταιριαστός/ή/ό göre tr
ληγάρι͜αγρήγορα
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω gr
ομμάτι͜αμάτια
παλαλώντςτρελαίνεις
παρχαρομάναγυναίκα που ήταν επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού, ορεινού τόπου θερινής βοσκής
πασ̌τάνολωσδιόλου, εντελώς baştan tr
πεκιάρτςεργένης, (αιτ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
σεβτι͜άέρωτας sevda/sevdā trae
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
’φούμ’σες(εφούμ’σες) θύμωσες, εξοργίστηκες
χάσαιχάνεσαι
χ̌ι͜όν’χιόνι
Ντ’ εποίκα σε ασ’χώρετον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost