.
.
Τη καρδι͜άς ι-μ’ το φυλλάνοιγμαν

Η θέσα

Η θέσα
Εκίζεψεν η μάνα μου
ντο λάσκουμαι πεκιάρης
«Θα λάσ̌κεσαι αγιαράευτος
ατό θα έν’ το κιάρι σ’»

Τα γενία τα λώματα
γριλεύ’ α̤τα η θέσα
Το πεκιαρλούκ’ να έτον καλόν
όλοι πεκιάρ’ θα έσαν!

Η μαναχ̌ία τρανόν τέρτ’
και έπεϊ βαρύν-ι
Να μη έ͜εις να καληνυχτί͜εις
κάθαν που θα βραδύνει

Τα γενία τα λώματα
γριλεύ’ α̤τα η θέσα
Το πεκιαρλούκ’ να έτον καλόν
όλοι πεκιάρ’ θα έσαν!

Λόγον θα πολεμάς ν’ ακούς
από κάποθεν κέσ’-ι
Θα λες «γιατ’ είμαι μαναχός,
μάνα μ’, αδαπέσ’ κέσ’-ι»

Τα γενία τα λώματα
γριλεύ’ α̤τα η θέσα
Το πεκιαρλούκ’ να έτον καλόν
όλοι πεκιάρ’ θα έσαν!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγιαράευτοςάχρηστος α-(στερητ.) + yarar tr
αδαπέσ’εδώ μέσα
ατόαυτό
γενίακαινούρια yeni tr
γριλεύ’κατακλαδεύω/ει, κατακόβω/ει και ρημάζω, καταστρέφω/ει
έ͜ειςέχεις
εκίζεψενθύμωσε, εξοργίστηκε kızmak tr
έν’είναι
έπεϊαρκετές/αρκετοί/αρκετά, ένα μεγάλο ποσοστό, ένας μεγάλος αριθμός epey tr
έσανήταν
έτονήταν
θέσασκώρος
κάθανκάθε
κάποθεναπό κάπου
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
κιάρικέρδος kâr trir
λάσ̌κεσαιπεριφέρεσαι, τριγυρνάς, περιπλανιέσαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον gr
μαναχ̌ίαμοναξιά
μαναχόςμοναχός, μόνος
πεκιάρ’(γεν. αιτ. ενικ.) εργένη, (ονομ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
πεκιαρλούκ’εργένικη ζωή bekarlık<bekâr trae
τέρτ’καημός, βάσανο, (ονομ.) στενοχώρια dert trir
τρανόνμεγάλος
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγιαράευτοςάχρηστος α-(στερητ.) + yarar tr
αδαπέσ’εδώ μέσα
ατόαυτό
γενίακαινούρια yeni tr
γριλεύ’κατακλαδεύω/ει, κατακόβω/ει και ρημάζω, καταστρέφω/ει
έ͜ειςέχεις
εκίζεψενθύμωσε, εξοργίστηκε kızmak tr
έν’είναι
έπεϊαρκετές/αρκετοί/αρκετά, ένα μεγάλο ποσοστό, ένας μεγάλος αριθμός epey tr
έσανήταν
έτονήταν
θέσασκώρος
κάθανκάθε
κάποθεναπό κάπου
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
κιάρικέρδος kâr trir
λάσ̌κεσαιπεριφέρεσαι, τριγυρνάς, περιπλανιέσαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον gr
μαναχ̌ίαμοναξιά
μαναχόςμοναχός, μόνος
πεκιάρ’(γεν. αιτ. ενικ.) εργένη, (ονομ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
πεκιαρλούκ’εργένικη ζωή bekarlık<bekâr trae
τέρτ’καημός, βάσανο, (ονομ.) στενοχώρια dert trir
τρανόνμεγάλος
Η θέσα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost