.
.
Τουλουμί’ καϊτέδες

Μοιρολόι

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Μοιρολόι
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί εμέν π’ εγέρασα
[και] σα δέντρα επεκούμπ’σα [νέι]
[Ωχ! Και -ν-] Ατά πα -ν- ελυπέθανε,
[και] τα φύλλα τουν [και -ν-] ερρούξαν [νέι]
[Ωχ! πουλί μ’, νέι]

Ν’ αϊλί εμέναν τ’ ορφανόν
[ωχ! και] τη καρίπ’ το γεσίριν [νέι]
[Ωχ! Και] Τα στράτας ι-μ’ εκόπανε
[ωχ! και -ν-] ας σον Αϊ-Βασίλην, [νέι]
[Ωχ! πουλί μ’, νέι]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατάαυτά
γεσίρινκυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εγέρασαγέρασα
εκόπανεκοπήκαν
ελυπέθανελυπήθηκαν
επεκούμπ’σαακούμπησα, στηρίχθηκα
ερρούξανέπεσαν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παπάλι, επίσης, ακόμα
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τουντους
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατάαυτά
γεσίρινκυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εγέρασαγέρασα
εκόπανεκοπήκαν
ελυπέθανελυπήθηκαν
επεκούμπ’σαακούμπησα, στηρίχθηκα
ερρούξανέπεσαν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παπάλι, επίσης, ακόμα
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τουντους
Μοιρολόι

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost