Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Εσύ απ’ ατού αναστέναξον

Σ’ αυτόν που τον έλεγαν ΓώγοΣ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο

Στιχουργοί: Παραδοσιακό

Συνθέτες: Παραδοσιακό

Καλλιτέχνες: Κωστάκης Πετρίδης, Στάθης Χριστοφορίδης, Σταύρος Πετρίδης


Εσύ απ’ ατού αναστέναξον,
εγώ απ’ αδά ας ματούμαι
[Έι, έι, πουλί μου]
Σύρον τα λόγια τση σεβντάς [ου]
[Εχ! Και -ν-] εγώ ας παλαλούμαι
[Έι, έι, έι, έι, έι πουλί μου]

’Τραγώδεσα, πουλί μ’, ’τραγώδεσα,
[Εχ! -ν-] εκόπεν το λαλόπο μ’ [νέι]
[Εχ, ν’ αηλί εμέν, νέι]
[Εχ! -ν-] Αν αγαπάς με, πέει μ’ ατο,
μη τρώγω το καρδόπο μ’ [νέι]

-Έι κυρά!!!
-Ορίστε!
-Ακόμαν εποίκες το γομάρ’ σ’;
-Γιοκ! Θέλω έναν εγκαλιόπον!

 ♫

Τ’ ομμάτι͜α τ’ς κατακέφαλα,
ο νους ατ’ς σον κλεψίον
Πόσα καρδόπα -ν- έκαψεν
χ̌ιλίων νοματίων;

Για έπαρ’ το σ̌χοινόπο σ’
ν’ ας πάμε σα καζμάτσ̌ι͜α¹
Αρ’ έμπρι͜α σ’ καικά πα βάλεν
ταζέα παζλαμάτσ̌ι͜α

[Έι] Ατού ’φκά κέσ’ σο σπαρέλι σ’,
ντό είναι τα πουλόπα;
[Έι] Ατά πα ’παρεπείνασαν
αρ’ θέλ’νε θρυμμουλόπα
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
ατάαυτά
ατούεκεί (σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση)
ατ’ςαυτής, της
βάλενβάλε (προστ.)
γιοκόχι yok
γομάρ’φορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
εγκαλιόποναγκαλιά, αγκαλίτσα
εκόπενκόπηκε
έμπρι͜αμπροστά
έπαρ’πάρε (προστ.)
εποίκεςέκανες, έφτιαξες ποιέω-ῶ
θέλ’νεθέλουν
θρυμμουλόπαψιχουλάκια
καζμάτσ̌ι͜αφυλλοβόλοι ή αειθαλείς θάμνοι και δέντρα γνωστοί και με την ονομασία ίληξ ο κολχικός (ilex colchica) ή λιόπρινο kazmaç
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
καρδόπακαρδούλες
καρδόποκαρδούλα
κατακέφαλαπρος τα κάτω
κέσ’εκεί μέσα, προς τα εκεί κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε
κλεψίονκλοπή, κλέψιμο
λαλόποφωνούλα
ματούμαιματώνομαι
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
νοματίωνανθρωπίων
ομμάτι͜αμάτια
παπάλι, επίσης, ακόμα
παζλαμάτσ̌ι͜αστρογγυλό επίπεδο ψωμί/πίτα ψημένο σε λαμαρίνα bazlamaç
παλαλούμαιτρελαίνομαι
’παρεπείνασαν(επαρεπείνασαν) παραπείνασαν
πέειπες (προστ.)
πουλόπαπουλάκια
σεβντάςαγάπης, έρωτα sevda/sevdā
σπαρέλιμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
σύρονσύρε, τράβα, ρίξε (προστ.)
ταζέαφρέσκα, ζεστά taze/tāze
’τραγώδεσα(ετραγώδεσα) τραγούδησα
τσητης
’φκά(αφκά) κάτω
Σημειώσεις
¹ Την άνοιξη έχουν μικρά λευκά άνθη, ενώ το φθινόπωρο και το χειμώνα έχουν κυρίως κόκκινους, πορτοκαλί και κίτρινους διακοσμητικούς καρπούς που χρησιμοποιούνται στη Χριστουγεννιάτικη διακόσμηση (μη συγχέονται με τα γκυ). Τα ξερά κλαδιά τους χρησίμευαν και ως προσανάμματα. Στην τουρκική είναι επίσης γνωστά και ως çoban püskülü ή ışılgan/ışığan.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 7955 | Albums/Singles: 1193 | Συντελεστές: 1575 | Λήμματα: 13448
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr