.
.
Protanixin/Πρωτάνοιξην

Τικ Τόνιας

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τικ Τόνιας
Ακούστε στο Spotify
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τ’ αιγ̆ιδόπον βόσ̌κεται,
σ̌υρίζ’ ατο κλώσ̌κεται
Εγώ τηνάν αγαπώ
ταραπουλούζ’ ζώσ̌κεται

Έλα, ποδεδίζω σε,
σον παρχάρ’ θα στείλω σε
Αν ωρά͜εις καλά τα ζα,
τ’ εμά πα θα δίγω σε

Μάνα, τέρεν το παπόρ’
ντ’ άσ̌κεμα κουνίεται
Το σαρίν τ’ αρνί μ’ απέσ’,
φογούμαι φουρκίεται

Ε! κουτσ̌ή μελαχρινή,
μόνασον με έναν βραδήν
Τ’ οσπιτόπο σ’ ντόισον έν’;
Η ψ̌η μ’ όλον τ’ εσόν έν’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αιγ̆ιδόπονκατσικάκι
απέσ’μέσα
άσ̌κεμαάσχημα
βόσ̌κεταιβοσκάει
βραδήνβράδυ
δίγωδίνω
εμάδικά μου
έν’είναι
εσόνδικός/ή/ό σου
ζαζώα
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
κουνίεταιλικνίζεται, κουνιέται ελαφρά πέρα δώθε
κουτσ̌ήκόρη
μόνασον(προστ.) φιλοξένησε για διανυκτέρευση
ντόισοντί λογής;
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον it
παπάλι, επίσης, ακόμα
παπόρ’βαπόρι, καράβι vapore it
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
σαρίνξανθό, κίτρινο sarı tr
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταραπουλούζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τηνάναυτόν/ην που
φογούμαιφοβάμαι
φουρκίεταιπνίγεται
ψ̌ηψυχή
ωρά͜ειςπροσέχεις, φυλάς, επιβλέπεις ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω gr
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αιγ̆ιδόπονκατσικάκι
απέσ’μέσα
άσ̌κεμαάσχημα
βόσ̌κεταιβοσκάει
βραδήνβράδυ
δίγωδίνω
εμάδικά μου
έν’είναι
εσόνδικός/ή/ό σου
ζαζώα
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
κουνίεταιλικνίζεται, κουνιέται ελαφρά πέρα δώθε
κουτσ̌ήκόρη
μόνασον(προστ.) φιλοξένησε για διανυκτέρευση
ντόισοντί λογής;
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον it
παπάλι, επίσης, ακόμα
παπόρ’βαπόρι, καράβι vapore it
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
σαρίνξανθό, κίτρινο sarı tr
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταραπουλούζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τηνάναυτόν/ην που
φογούμαιφοβάμαι
φουρκίεταιπνίγεται
ψ̌ηψυχή
ωρά͜ειςπροσέχεις, φυλάς, επιβλέπεις ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω gr
Τικ Τόνιας
Ακούστε στο Spotify

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost