.
.
Τ’ εμέτερον

Αφιέρωμα στον Γιώργο Αμαραντίδη

Αφιέρωμα στον Γιώργο Αμαραντίδη
Προσωνύμ’ εκόλλτσανε, μάνα μ’,
είπανε με «άγουρον»
Σο πατσ̌άκ’ γριβώνω [μου], μάνα μ’,
και φιλώ σο μάγουλον

Τ’ άλογο μ’ ’καβάλκεψα, μάνα μ’,
και εξέβα απάν’ σ’ αλών’
Τ’ αρνόπο μ’ τσ̌εχέλ’κον έν’, μάνα μ’,
και χαντύλλιαμαν ’κι σ’κών’

Λεφτοκάρυ͜α, καντζία, μάνα μ’,
με το μέλ’ θα φάζ’ ατο
Σην οτάν το βράδυ [μου], μάνα μ’,
τ’ αρνί μ’ θα μονάζ’ ατο

[Γιάσ̌α! Χάϊτε πάμε! Γιάσ̌α-γιάσ̌α! Γιάσ̌α, παιδία! Γιάσ̌α!]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άγουροννέος άνδρας
αλών’αλώνι
απάν’πάνω
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
γιάσ̌ανα ζεις! να ζήσετε! yaşa! tr
γριβώνωπροσκολλώμαι, , γαντζώνομαι αγριφώνω<agrafer<grappa frit
εκόλλτσανεκόλλησαν, συγκόλλησαν κτ • άναψαν, έβαλαν φωτιά, πυρπόλησαν • ονόμασαν, αποκάλεσαν • μτφ. κατέστρεψαν ολοσχερώς
έν’είναι
εξέβαβγήκα, ανέβηκα, μτφ. προέκυψα
’καβάλκεψα(εκαβάλκεψα) ίππευσα, καβάλησα
καντζίαψίχες από πυρηνόκαρπους ή άλλους σπόρους
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λεφτοκάρυ͜αλεπτοκάρυα, φουντουκιές, φουντούκια λεπτο- + κάρυον gr
μέλ’μέλι
μονάζ’φιλοξενώ/εί κάποιον για διανυκτέρευση, φιλοξενείται
οτάνδωμάτιο oda tr
παιδίαπαιδιά
πατσ̌άκ’μπατζάκι, πόδι bacak tr
προσωνύμ’προσωνύμιο, παρατσούκλι
σ’κών’σηκώνω/ει
τσ̌εχέλ’κονάπειρο, ανώριμο, άβγαλτο cehil/cehl trae
φάζ’ταΐζω/ει
χαντύλλιαμανγαργάλημα, μτφ. ερωτικό πείραγμα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άγουροννέος άνδρας
αλών’αλώνι
απάν’πάνω
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
γιάσ̌ανα ζεις! να ζήσετε! yaşa! tr
γριβώνωπροσκολλώμαι, , γαντζώνομαι αγριφώνω<agrafer<grappa frit
εκόλλτσανεκόλλησαν, συγκόλλησαν κτ • άναψαν, έβαλαν φωτιά, πυρπόλησαν • ονόμασαν, αποκάλεσαν • μτφ. κατέστρεψαν ολοσχερώς
έν’είναι
εξέβαβγήκα, ανέβηκα, μτφ. προέκυψα
’καβάλκεψα(εκαβάλκεψα) ίππευσα, καβάλησα
καντζίαψίχες από πυρηνόκαρπους ή άλλους σπόρους
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λεφτοκάρυ͜αλεπτοκάρυα, φουντουκιές, φουντούκια λεπτο- + κάρυον gr
μέλ’μέλι
μονάζ’φιλοξενώ/εί κάποιον για διανυκτέρευση, φιλοξενείται
οτάνδωμάτιο oda tr
παιδίαπαιδιά
πατσ̌άκ’μπατζάκι, πόδι bacak tr
προσωνύμ’προσωνύμιο, παρατσούκλι
σ’κών’σηκώνω/ει
τσ̌εχέλ’κονάπειρο, ανώριμο, άβγαλτο cehil/cehl trae
φάζ’ταΐζω/ει
χαντύλλιαμανγαργάλημα, μτφ. ερωτικό πείραγμα
Αφιέρωμα στον Γιώργο Αμαραντίδη

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost