.
.
Μουσική των Ελλήνων του Πόντου

Τικ

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τικ
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Αδά σον κατακέφαλον
λιθάρι͜α θα κυλίζω
Ατού στα/σα μὲσα σ’ τα λεγνά
τα χ̌έρι͜α μ’ θα τυλίζω

«Ήμαρτα» είπα σον Θεόν,
«τσ̌ίξο με, Παναΐα»
Τα τέρτι͜α και τα βάσανα
όλια εδώκες μίαν

Έλα απάν’ στο σ̌ύριγμα μ’,
έλ’ απάν’ στο λαλόπο μ’
Έλα τέρεν τα αίματα
πώς τρέχ’νε ας σο καρδόπο μ’

♫

Έλα να ποδεδίζω σε,
έλα να ποδεδί͜εις με
Σ’ εγκαλιόπο μ’ ετράνυνες,
ατώρα ’κ’ εγνωρί͜εις με

Εμέν οι λύκ’ εσάρεψαν
απάν’ κεσ’ στα Καμένα
Θα στείλω σε τα λώματα μ’,
τρυγόνα μ’, ματωμένα

Απέσ’ σο κεμεντζ̌όπο μου,
πουλόπο μ’, να εχώρ’νες
Τα γιορτινά τα λώματα σ’
καθημερ’νά να εφόρ’νες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
απάν’πάνω
απέσ’μέσα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατούεκεί (σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση)
ατώρατώρα
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγνωρί͜ειςγνωρίζεις
εδώκεςέδωσες
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak tr
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ gr
εφόρ’νεςφορούσες
εχώρ’νεςχωρούσες
ήμαρταήμαρτον, δηλωτικό μετάνοιας, από τον αόριστο β΄ του αρχαίου ρήματος ἁμαρτάνω (αμάρτησα), έκφ. έλα σα ήμαρτα=μετανόησε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καθημερ’νάκαθημερινά
Καμέναπεριοχή κοντά στην Παναγία Σουμελά
καρδόποκαρδούλα
κατακέφαλονστραμμένο προς τα κάτω, απότομο κατήφορο, μεταφ. παμπόνηρο
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe trir
κυλίζωκυλάω
λαλόποφωνούλα
λεγνάλιγνά
λιθάρι͜αλιθάρια, πέτρες
λύκ’λύκοι/λύκου
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον gr
μὲσα(τα) η μέση
μίανμια φορά
να ποδεδίζωνα χαρώ κπ
όλιαόλα
ΠαναΐαΠαναγιά
ποδεδί͜εις(ενεργ. και μέση) χαίρεσαι, απολαμβάνεις, προσκυνάς από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πουλόποπουλάκι
σ̌ύριγμασφύριγμα σῦριγξ gr
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τρέχ’νετρέχουν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ίξο(προστ.) λυπήσου, συμπόνεσε acımak tr
τυλίζωτυλίγω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
απάν’πάνω
απέσ’μέσα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατούεκεί (σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση)
ατώρατώρα
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγνωρί͜ειςγνωρίζεις
εδώκεςέδωσες
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak tr
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ gr
εφόρ’νεςφορούσες
εχώρ’νεςχωρούσες
ήμαρταήμαρτον, δηλωτικό μετάνοιας, από τον αόριστο β΄ του αρχαίου ρήματος ἁμαρτάνω (αμάρτησα), έκφ. έλα σα ήμαρτα=μετανόησε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καθημερ’νάκαθημερινά
Καμέναπεριοχή κοντά στην Παναγία Σουμελά
καρδόποκαρδούλα
κατακέφαλονστραμμένο προς τα κάτω, απότομο κατήφορο, μεταφ. παμπόνηρο
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe trir
κυλίζωκυλάω
λαλόποφωνούλα
λεγνάλιγνά
λιθάρι͜αλιθάρια, πέτρες
λύκ’λύκοι/λύκου
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον gr
μὲσα(τα) η μέση
μίανμια φορά
να ποδεδίζωνα χαρώ κπ
όλιαόλα
ΠαναΐαΠαναγιά
ποδεδί͜εις(ενεργ. και μέση) χαίρεσαι, απολαμβάνεις, προσκυνάς από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πουλόποπουλάκι
σ̌ύριγμασφύριγμα σῦριγξ gr
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τρέχ’νετρέχουν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ίξο(προστ.) λυπήσου, συμπόνεσε acımak tr
τυλίζωτυλίγω
Τικ

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost