.
.
Ήχοι αιώνων

Το φίλεμαν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ακεί σο πέραν το ραχ̌ίν
σ’ άλλον τ’ επεκεί μέρη
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
στέκ’ εγκλησία μάρμαρον,
μολύβι στεγασμένον
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Τ’ ολόερα ολόχρυσον
η πόρτα κρέν λιθάριν
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Εκράνοιξα κι ετέρεσα
κι η κόρ’ απέσ’ κοιμάται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Λαλώ ατεν και ’κι λαλεί,
κουίζω ’κ’ εγνεφίζει
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Κλίσκουμαι και φιλώ -γ- ατεν
αναμεσά σ’ οφρύδα̤ τ’ς
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Τ’ ομμάτι͜α τ’ς φως εγόμωσα,
το στόμαν ατ’ς λαλόπον,
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
τα γόνατα τ’ς τη δύναμην
τινά̤εται και σ’κούται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακείεκεί
αναμεσάανάμεσα
απέσ’μέσα
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγκλησίαεκκλησία
εγνεφίζειξυπνάει
εγόμωσαγέμισα
εκράνοιξαμισάνοιξα
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
ετέρεσακοίταξα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κλίσκουμαισκύβω, κλίνω
κουίζωφωνάζω, λαλώ, καλώ κπ ονομαστικά
κρένκρύο/α, δροσερό/ά
λαλείβγάζει λαλιά, καλεί, αποκαλεί, προσκαλεί, οδηγεί
λαλόπονλαλιά, φωνή
λαλώβγάζω λαλιά, καλώ, αποκαλώ, προσκαλώ, οδηγώ
ολόεραολόγυρα
ομμάτι͜αμάτια
οφρύδα̤φρύδια
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ’κούταισηκώνεται
στέκ’στέκεται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακείεκεί
αναμεσάανάμεσα
απέσ’μέσα
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγκλησίαεκκλησία
εγνεφίζειξυπνάει
εγόμωσαγέμισα
εκράνοιξαμισάνοιξα
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
ετέρεσακοίταξα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κλίσκουμαισκύβω, κλίνω
κουίζωφωνάζω, λαλώ, καλώ κπ ονομαστικά
κρένκρύο/α, δροσερό/ά
λαλείβγάζει λαλιά, καλεί, αποκαλεί, προσκαλεί, οδηγεί
λαλόπονλαλιά, φωνή
λαλώβγάζω λαλιά, καλώ, αποκαλώ, προσκαλώ, οδηγώ
ολόεραολόγυρα
ομμάτι͜αμάτια
οφρύδα̤φρύδια
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ’κούταισηκώνεται
στέκ’στέκεται

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost