.
.
Όντες εγνώρτσα σε

Όντες εγνώρτσα σε

Όντες εγνώρτσα σε
Σον δρόμον σίτι͜α επέγ’νεν
φιστάν’ εφόρ’νεν ρόζ’κον¹
Και ντ’ έμορφα ιεύ’ α̤τεν
και η φιλέ² το πόζ’κον¹

Έναν έμορφον κομμάτ’
τυραννίζ’ τ’ εμόν τ’ ομμάτ’
Έναν έμορφον κορτσόπον
τυραννίζ’ τ’ εμόν το ψ̌όπον

Εσέν όντες εγνώρτσα σε
έμαθα ποίος είμαι
Έμαθα ντό έν’³ η ζωή,
ντό ψαλαφά, ντό δί’ με

Έναν έμορφον κομμάτ’
τυραννίζ’ τ’ εμόν τ’ ομμάτ’
Έναν έμορφον κορτσόπον
τυραννίζ’ τ’ εμόν το ψ̌όπον

Και μετ’ εσέν που πορπατεί
’κι πουσ̌μανεύ’ καμίαν
’Κι χάται, ’κι δελι͜άεται
τη νύχταν ση σκοτίαν

Έναν έμορφον κομμάτ’
τυραννίζ’ τ’ εμόν τ’ ομμάτ’
Έναν έμορφον κορτσόπον
τυραννίζ’ τ’ εμόν το ψ̌όπον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α̤τεναυτήν
δελι͜άεταιπεριπλέκεται, μπερδεύεται, σκοντάφτει θηλιάζω<θῆλυς gr
δί’δίνει
εγνώρτσαγνώρισα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφαόμορφα
έμορφονόμορφο
έν’είναι
επέγ’νενπήγαινε, προχωρούσε, έφευγε
εφόρ’νενφορούσε
ιεύ’ταιριάζει uymak tr
καμίανποτέ
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ομμάτ’μάτι
όντεςόταν
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πορπατείπερπατάει
πουσ̌μανεύ’μετανιώνει pişman olmak<paşmān trir
σίτι͜ακαθώς, ενώ σόταν<εις όταν gr
σκοτίανσκοτάδι
τυραννίζ’τυραννάει, ταλαιπωρεί
φιστάν’φουστάνι fistan<fustān trae
χάταιχάνεται
ψαλαφάαναζητά, ζητά, ζητά σε γάμο
ψ̌όπονψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α̤τεναυτήν
δελι͜άεταιπεριπλέκεται, μπερδεύεται, σκοντάφτει θηλιάζω<θῆλυς gr
δί’δίνει
εγνώρτσαγνώρισα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφαόμορφα
έμορφονόμορφο
έν’είναι
επέγ’νενπήγαινε, προχωρούσε, έφευγε
εφόρ’νενφορούσε
ιεύ’ταιριάζει uymak tr
καμίανποτέ
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ομμάτ’μάτι
όντεςόταν
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πορπατείπερπατάει
πουσ̌μανεύ’μετανιώνει pişman olmak<paşmān trir
σίτι͜ακαθώς, ενώ σόταν<εις όταν gr
σκοτίανσκοτάδι
τυραννίζ’τυραννάει, ταλαιπωρεί
φιστάν’φουστάνι fistan<fustān trae
χάταιχάνεται
ψαλαφάαναζητά, ζητά, ζητά σε γάμο
ψ̌όπονψυχούλα
Όντες εγνώρτσα σε
Σημειώσεις
¹ Τα «ροζ» και «boz» λειτουργούν ήδη ως άκλιτα επίθετα χρώματος· οι τύποι «ρόζ’κον» και «πόζ’κον» αποτελούν περιττούς και ατεκμηρίωτους αναλογικούς σχηματισμούς, προφανώς επινοημένους για τις ανάγκες του μέτρου & της ομοιοκαταληξίας.
² «φιλέ»: νεότερο δάνειο της νεοελληνικής για το διχτυωτό κάλυμμα μαλλιών (γαλλ. filet). Η χρήση του με θηλυκό άρθρο («η φιλέ») αντανακλά νεοελληνική λαϊκή προσαρμογή γένους και όχι ποντιακή λεξιλογική παράδοση. Το αντικείμενο αυτό δεν αποτελεί παραδοσιακό στοιχείο του ιστορικού ποντιακού ενδυματολογικού λεξιλογίου.
³ Ακούγεται πιθ. εκ παραδρομής να τραγουδάει «είν’ η ζωή» αντί του ορθού «έν’» για το γ’ ενικό στην ποντιακή, όπου διακρίνεται το «έν’» (ενικός) από το «είν’» (πληθυντικός).

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost