.
.
Prisma

Σην εβόρα μ’ να κονεύ’

Σην εβόρα μ’ να κονεύ’
Ακούστε στο Spotify
Ήλε μ’, λάμψον, φώταξον,
να φωτάζ’ η τρυγόνα μ’
τ’ ακριβόν τ’ αγρέλαφον
’σάρεψεν την καρδία μ’

Φέγγον, λάμψον, φώταξον,
να φωτάζ’ η Σ̌ιχούνα μ’
Τη νηγής το κιμιγιάν
’σόεψεν την καρδία μ’

Καρδία μ’, φόρ’ κι ανάλλαξον
έρ’ται το γιαβρόπο μου
σην εγκάλια μ’ να φωλεύ’,
σην εβόρα μ’ να κονεύ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγρέλαφοντο άγριο ελάφι
ανάλλαξον(προστ.) φόρεσε τα καλά/γιορτινά σου ρούχα
γιαβρόπομωράκι, μικρούλι, παιδάκι yavru + -όπον
εβόρασκιά, δροσερό μέρος
εγκάλιααγκαλιά
έρ’ταιέρχεται
κιμιγιάνφυτό μυθικό (το οποίο πιστεύεται ότι μεταβάλει μαγικά το γάλα σε βούτυρο ή ότι θεραπεύει όλες τις αρρώστιες), μτφ. κάτι το εξαιρετικά πολύτιμο ή αγαπητό & γι’ αυτό καλά φυλασσόμενο kimya/kīmyāʾ<χύμα < χέω
κονεύ’εγκαθίσταται, φωλιάζει, προσγειώνεται (επί πτηνών) konmak
λάμψον(προστ.) λάμψε
νηγήςγης
’σάρεψεν(εσάρεψεν) τύλιξε, περικύκλωσε, άρεσε sarmak
Σ̌ιχούναγυναικείο όνομα (αναφ. ηρωίδα παραμυθιού), αγελάδα που έχει λείο και στρωτό τρίχωμα
’σόεψεν(εσόεψεν) έκλεψε soymak
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
φέγγονφεγγάρι
φόρ’(προστ.) φόρεσε
φωλεύ’φωλιάζει, εγκαθίσταται κπ μόνιμα, μένει κατ’ οίκον, μτφ. τρυπώνει, χώνεται
φωτάζ’φωτίζει, λάμπει
φώταξον(προστ.) φώτισε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγρέλαφοντο άγριο ελάφι
ανάλλαξον(προστ.) φόρεσε τα καλά/γιορτινά σου ρούχα
γιαβρόπομωράκι, μικρούλι, παιδάκι yavru + -όπον
εβόρασκιά, δροσερό μέρος
εγκάλιααγκαλιά
έρ’ταιέρχεται
κιμιγιάνφυτό μυθικό (το οποίο πιστεύεται ότι μεταβάλει μαγικά το γάλα σε βούτυρο ή ότι θεραπεύει όλες τις αρρώστιες), μτφ. κάτι το εξαιρετικά πολύτιμο ή αγαπητό & γι’ αυτό καλά φυλασσόμενο kimya/kīmyāʾ<χύμα < χέω
κονεύ’εγκαθίσταται, φωλιάζει, προσγειώνεται (επί πτηνών) konmak
λάμψον(προστ.) λάμψε
νηγήςγης
’σάρεψεν(εσάρεψεν) τύλιξε, περικύκλωσε, άρεσε sarmak
Σ̌ιχούναγυναικείο όνομα (αναφ. ηρωίδα παραμυθιού), αγελάδα που έχει λείο και στρωτό τρίχωμα
’σόεψεν(εσόεψεν) έκλεψε soymak
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
φέγγονφεγγάρι
φόρ’(προστ.) φόρεσε
φωλεύ’φωλιάζει, εγκαθίσταται κπ μόνιμα, μένει κατ’ οίκον, μτφ. τρυπώνει, χώνεται
φωτάζ’φωτίζει, λάμπει
φώταξον(προστ.) φώτισε
Σην εβόρα μ’ να κονεύ’
Ακούστε στο Spotify

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost