.
.
Τικ Πάλτσανας

Τικ Πάλτσανας

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τικ Πάλτσανας
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Καλά ’φτάγω, καλά ’φτάγω,
βοσ̌κίζω τη Βροχάλαν¹
[γιαρ, γιαρ...πάντα, γιαρ...]
Εκείνε τρώει την τρίφυλλην
κι εγώ πίνω το γάλαν
[γιαρ, γιαρ...κι όλο, γιαρ...]

Τ’ άλλα τ’ αρνόπα βόσκουνταν
και τ’ άλλα μαρουκούνταν
[γιαρ, γιαρ...κι όλο, γιαρ...]
και ση τρυγόνας την πόρταν
παλληκάρι͜α σκοτούνταν
[γιαρ, γιαρ...κι όλο, γιαρ...]

Μάνα, γιατί εποίν’νες με
αΐκον πονεμένον;
[γιαρ, γιαρ...πάντα, γιαρ...]
Όλα τα καρδι͜άς χ̌αίρουνταν,
τ’ εμόν πάντα κλαμένον
[γιαρ, γιαρ...κι όλο, γιαρ...]

Έσπρυνανε τα μαλλία μ’
απ’ έναν κι από δύο
[γιαρ, γιαρ...κι όλο, γιαρ...]
Ερχίνεσαν τα κορτσόπα
να κουίζ’νε με «θείο» 
[γιαρ, γιαρ...πάντα/κι όλο, γιαρ...]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αΐκοντέτοιο/α
αρνόπααρνάκια
βοσ̌κίζωβοσκάω
βόσκουντανβοσκούν
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εκείνεεκείνη
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
εποίν’νεςέκανες, έφτιαχνες ποιέω-ῶ
ερχίνεσανάρχισαν
έσπρυνανεάσπρισαν
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
κορτσόπακοριτσάκια
κουίζ’νεφωνάζουν, λαλούνε, καλούνε κπ ονομαστικά
μαρουκούντανμηρυκάζουν
σκοτούντανσκοτώνονται
τρίφυλληντριφύλλι
τρυγόναςτρυγονιού, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χ̌αίρουντανχαίρονται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αΐκοντέτοιο/α
αρνόπααρνάκια
βοσ̌κίζωβοσκάω
βόσκουντανβοσκούν
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εκείνεεκείνη
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
εποίν’νεςέκανες, έφτιαχνες ποιέω-ῶ
ερχίνεσανάρχισαν
έσπρυνανεάσπρισαν
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
κορτσόπακοριτσάκια
κουίζ’νεφωνάζουν, λαλούνε, καλούνε κπ ονομαστικά
μαρουκούντανμηρυκάζουν
σκοτούντανσκοτώνονται
τρίφυλληντριφύλλι
τρυγόναςτρυγονιού, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χ̌αίρουντανχαίρονται
Τικ Πάλτσανας
Σημειώσεις
¹ Ονόματα που δίνονταν σε αγελάδες

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost