.
.
Ο χορευτι͜άνον

Ο χορευτι͜άνον

Ο χορευτι͜άνον
fullscreen
Εγώ περηφανεύκουμαι,
λέ’ ατο κουρφεύκουμαι
Χορευτι͜άνος πουθέν ’κ’ έν’
πιτσ̌ιμλής κι άμον εμέν!

Όντες παίζ’ η κεμεντζ̌έ
φτύρκουμαι με την καϊτέν
Σ’κούμαι εμπαίνω σο χορόν
κι ας κρατεί ους να μερών’

Έμορφα μαστορι͜ακά
άν’ αράζω’, κρούω κα’
Ση γην απάν’ ’κι πατώ,
σον αέραν πορπατώ

Τα τσ̌αλίμι͜α έναν σουρίν!
Χ̌έρι͜α, αντζία και τ’ ωμί μ’
συντρομάζ’νε πίλιαν-πιρ
κι όλ’ εμέν τερούν σεΐρ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
αντζίαπόδια, μηροί
απάν’πάνω
έμορφαόμορφα
εμπαίνωμπαίνω
έν’είναι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
καϊτένμελωδία, μουσική σύνθεση, μουσικός σκοπός kayde
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κουρφεύκουμαιπαινεύομαι, περηφανεύομαι
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
κρούωχτυπώ
λέ’λέω
μαστορι͜ακά(επιρρ.) με μαστοριά μαγίστωρ<magister
μερών’μερώνει, ξημερώνει
όλ’όλοι/ες/α
όντεςόταν
ουςως, μέχρι
παίζ’παίζω/παίζει
περηφανεύκουμαιπερηφανεύομαι
πίλιαν-πιρμε μιας, μονομιάς, ξαφνικά, απότομα birlanbir (ιδιωμ.) πιθ. από το bir an bir ή από παράφραση του birden bire
πιτσ̌ιμλήςόμορφος, καλοσχηματισμένος, κομψός biçimli
πορπατώπερπατάω
πουθένπουθενά
σεΐρ’θέαμα πρόσφορο για διασκέδαση (μτφ. τερώ σεΐρ: κοιτώ κτ διασκεδάζοντας, παραμένοντας αμέτοχος) seyir/seyr
σ’κούμαισηκώνομαι
σουρίνκοπάδι ζώων, πλήθος ανθρώπων, πομπή, σωρός από πράγματα sürü
συντρομάζ’νετρέμουνε ολόκληροι/ες/α
τερούνκοιτούν
τσ̌αλίμι͜αεπιδέξιες κινήσεις (σε χορό κ.ά.), σκέρτσα, καμώματα çalım
φτύρκουμαι(για ζώα, ιδ. άλογα) αφηνιάζω, ξιπάζομαι και τρέπομαι σε φυγή πτύρομαι<πτύρω, πιθ. εκ του πτοῶ
χορευτι͜άνοςχορευταράς, αυτός που έχει έφεση στον χορό
ωμίώμος, ώμο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
αντζίαπόδια, μηροί
απάν’πάνω
έμορφαόμορφα
εμπαίνωμπαίνω
έν’είναι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
καϊτένμελωδία, μουσική σύνθεση, μουσικός σκοπός kayde
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κουρφεύκουμαιπαινεύομαι, περηφανεύομαι
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
κρούωχτυπώ
λέ’λέω
μαστορι͜ακά(επιρρ.) με μαστοριά μαγίστωρ<magister
μερών’μερώνει, ξημερώνει
όλ’όλοι/ες/α
όντεςόταν
ουςως, μέχρι
παίζ’παίζω/παίζει
περηφανεύκουμαιπερηφανεύομαι
πίλιαν-πιρμε μιας, μονομιάς, ξαφνικά, απότομα birlanbir (ιδιωμ.) πιθ. από το bir an bir ή από παράφραση του birden bire
πιτσ̌ιμλήςόμορφος, καλοσχηματισμένος, κομψός biçimli
πορπατώπερπατάω
πουθένπουθενά
σεΐρ’θέαμα πρόσφορο για διασκέδαση (μτφ. τερώ σεΐρ: κοιτώ κτ διασκεδάζοντας, παραμένοντας αμέτοχος) seyir/seyr
σ’κούμαισηκώνομαι
σουρίνκοπάδι ζώων, πλήθος ανθρώπων, πομπή, σωρός από πράγματα sürü
συντρομάζ’νετρέμουνε ολόκληροι/ες/α
τερούνκοιτούν
τσ̌αλίμι͜αεπιδέξιες κινήσεις (σε χορό κ.ά.), σκέρτσα, καμώματα çalım
φτύρκουμαι(για ζώα, ιδ. άλογα) αφηνιάζω, ξιπάζομαι και τρέπομαι σε φυγή πτύρομαι<πτύρω, πιθ. εκ του πτοῶ
χορευτι͜άνοςχορευταράς, αυτός που έχει έφεση στον χορό
ωμίώμος, ώμο
Ο χορευτι͜άνον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost