.
.
Πρωτάνοιξην

Πρωτάνοιξην

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Πρωτάνοιξην
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Πρωτάνοιξην καιρός έτον,
πουλί μ’, έρθα σ’ εσά -ι
Και ντ’ έμορφα ’χι͜ονόβρεχ̌εν
ο Θεόν οξ̌ωκά -ι;

Η καρδία μ’ ζαΐφκον έν’,
τ’ εσόν η εγάπ’ νικά ’το
Φαρμάκωσoν με από μακρά,
κανείς πα μ’ εγροικά ’το

Αούτο τ’ εσόν η εγάπ’
άψιμον έτον βρούλαν
Εσάρεψεν το καρδόπο μ’,
ετυλίεν ση γούλα μ’

Μίαν κάπως να σ̌ασ̌ιρεύ’ς
και γελαστά τερείς με
Όλια του κόσμου τα καλά
τοπλαεύ’ς και χαρί͜εις με
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αούτοαυτό/ή
άψιμονφωτιά
βρούλανφλόγα brûler
γούλαλαιμός gula
εγάπ’αγάπη
εγροικάκαταλαβαίνει
έμορφαόμορφα
έν’είναι
έρθαήρθα
εσάδικά σου/σας
εσάρεψεντύλιξε, περικύκλωσε, άρεσε sarmak
εσόνδικός/ή/ό σου
έτονήταν
ετυλίεντυλίχθηκε
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf
καρδόποκαρδούλα
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μίανμια φορά
όλιαόλα
οξ̌ωκάέξω
παπάλι, επίσης, ακόμα
σ̌ασ̌ιρεύ’ςσαστίζεις, τα έχεις χαμένα şaşırmak
τερείςκοιτάς
’τοαυτό, το (προσωπική αντωνυμία)
τοπλαεύ’ςμαζεύεις, συγκεντρώνεις toplamak
φαρμάκωσoν(προστ.) φαρμάκωσε, δηλητηρίασε
χαρί͜ειςχαρίζεις
’χι͜ονόβρεχ̌ενέριχνε χιονόνερο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αούτοαυτό/ή
άψιμονφωτιά
βρούλανφλόγα brûler
γούλαλαιμός gula
εγάπ’αγάπη
εγροικάκαταλαβαίνει
έμορφαόμορφα
έν’είναι
έρθαήρθα
εσάδικά σου/σας
εσάρεψεντύλιξε, περικύκλωσε, άρεσε sarmak
εσόνδικός/ή/ό σου
έτονήταν
ετυλίεντυλίχθηκε
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf
καρδόποκαρδούλα
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μίανμια φορά
όλιαόλα
οξ̌ωκάέξω
παπάλι, επίσης, ακόμα
σ̌ασ̌ιρεύ’ςσαστίζεις, τα έχεις χαμένα şaşırmak
τερείςκοιτάς
’τοαυτό, το (προσωπική αντωνυμία)
τοπλαεύ’ςμαζεύεις, συγκεντρώνεις toplamak
φαρμάκωσoν(προστ.) φαρμάκωσε, δηλητηρίασε
χαρί͜ειςχαρίζεις
’χι͜ονόβρεχ̌ενέριχνε χιονόνερο
Πρωτάνοιξην

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost