.
.
Παραδοσιακά νανουρίσματα

Έλα, ύπνε μ’, ας σα μακρά

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Έλα, ύπνε μ’, ας σα μακρά
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Έλα, ύπνε μ’, ας σα μακρά
κι ας σα ψηλά τα μέρη [νάνι]
Έλα, ύπνε μ’, και κόνεψον
σ’ αρνίτσα μ’ το πουλόπον [νάνι, νάνι]
Άιντε ποίσον λο λο λο λooo!

Κοιμέθ’, αρνί μ’, και τράνυνον
κι έπαρ’ τ’ αυγής τον ύπνον [νάνι]
Τώρα έρ’ται ο πατέρας σου, πουλί μ’,
κι ατός ας ση δουλείαν [νάνι]
Νάνι ογούλ, νάνι ογούλ
Κοιμέθ’, νε ρίζα μ’, νε στερέα μ’ [νένι]
Άιντε ποίσον λο λο λο λοoο!

Έλα, ύπνε μ’, και κόνεψον
σ’ αρνίτσα μ’ τ’ εγκαλιόπον [νε]
Ο ύπνον θρέφ’ και τα μωρά
κι η θάλασσα τ’ οψάρι͜α [νάνι, νάνι]
Άιντε ποίσον λο λο λο λοοο!

Νένι ογούλ, νένι ογούλ
Κοιμέθ’ μη τυραννί͜εις με
τ’ εμόν η ψ̌η -ν- ελίγον έν’, [ογούλ, ογούλ]
εβγαίν’, άλλο ’κ’ ευρήκ’ς με [νάνι]

Νένι ογούλ, νένι,
Νένι για ποίσον ρίζα μ’ [νε]
Για τράνυνον, νε πουλί μ’
Μεγάλυνον, αρνόπο μ’ [νάνι]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ατόςαυτός
δουλείανδουλειά
εβγαίν’βγαίνει
εγκαλιόποναγκαλιά, αγκαλίτσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
ευρήκ’ςβρίσκεις
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κοιμέθ’(προστ.) κοιμήσου
κόνεψον(προστ.) εγκαταστήσου, φώλιασε, προσγειώσου konmak
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μεγάλυνον(προστ.) μεγάλωσε
ογούλγιος, γιε oğul
οψάρι͜αψάρια ὀψάριον < υποκορ. ὄψον (ετοιμασμένη τροφή, προσφάγι, μεζές)
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πουλόπονπουλάκι
στερέαστήριγμα
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τυραννί͜ειςτυραννάς, ταλαιπωρείς
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ατόςαυτός
δουλείανδουλειά
εβγαίν’βγαίνει
εγκαλιόποναγκαλιά, αγκαλίτσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
ευρήκ’ςβρίσκεις
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κοιμέθ’(προστ.) κοιμήσου
κόνεψον(προστ.) εγκαταστήσου, φώλιασε, προσγειώσου konmak
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μεγάλυνον(προστ.) μεγάλωσε
ογούλγιος, γιε oğul
οψάρι͜αψάρια ὀψάριον < υποκορ. ὄψον (ετοιμασμένη τροφή, προσφάγι, μεζές)
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πουλόπονπουλάκι
στερέαστήριγμα
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τυραννί͜ειςτυραννάς, ταλαιπωρείς
ψ̌ηψυχή
Έλα, ύπνε μ’, ας σα μακρά

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost