.
.
H κόρ’ επήεν σον παρχάρ’

H κόρ’ επήεν σον παρχάρ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
H κόρ’ επήεν σον παρχάρ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
να ’ίνεται ρομάνα
[Έλα, έλα λέγω σε]
Και για τ’ ατέν θα ’ίνουμαι
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
και κυνηγός σ’ ορμάνι͜α
[Έλα, έλα λέγω σε]

Η κόρ’ επήεν σον παρχάρ’
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
επήεν γιά ’κ’ επήεν
[Έλα, έλα λέγω σε]
Φοούμαι ερρούξεν σο νερόν
[Έι! πουλί μ’, πουλί μ’]
κι άμον σ̌εκέρ’ ελύεν
[Έλα, έλα λέγω σε]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ατέναυτήν
γιάείτε, ή ya/yā
ελύενλύθηκε, έλιωσε
επήενπήγε
ερρούξενέπεσε
’ίνεταιγίνεται
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
ορμάνι͜αδάση orman
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
σ̌εκέρ’ζάχαρη, γλυκό/ά şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.)
φοούμαιφοβάμαι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ατέναυτήν
γιάείτε, ή ya/yā
ελύενλύθηκε, έλιωσε
επήενπήγε
ερρούξενέπεσε
’ίνεταιγίνεται
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
ορμάνι͜αδάση orman
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
σ̌εκέρ’ζάχαρη, γλυκό/ά şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.)
φοούμαιφοβάμαι
H κόρ’ επήεν σον παρχάρ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost