
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Καράβ’ ένι το σπίτι μου, θάλασσα η αυλή μου Και του βοριά τα κύματα είναι παρηγοριά μου Ξενούτσικος ψυχομαχεί στου καραβιού την πλώρη Δεν είχε μάνα να τον κλαίει, κύρη να τον λυπάται Ούτ’ αδελφό, ούτ’ αδελφή ούτε κανένα φίλο ούτε κανένα συγγενή
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλευση |
|---|---|---|---|
| ένι | είναι |
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλ. |
|---|---|---|---|
| ένι | είναι |

Σύμφωνα με καταγραφή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, η συνέχεια των στίχων είναι: Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ αστρί με το φεγγάρι, τον λέει ο καπιτάνιος του, τον λέει ο γιαζιτζής του. -Σήκου, ξένε μου, κάθισε και πιάσε το τιμόνι να κουμαντάρεις τον καιρό να πιάσουμε λιμιώνα. -Εγώ σας λέω δεν μπορώ και σεις με λέτε σήκου! Πιασείτε με να σηκωθώ, βαλείτε με να κάτσω φερείτε με την χάρτα μου, την αργυρή πουσούλα να κουμαντάρω τον καιρό, να πιάσουμε λιμιώνα. Θωρείς κι αυτόνα τον βουνό, τον ασπροχιονισμένο; Εκεί να πα’ ν’ αράξουμε, να πιάσουμε λιμιώνα. Ζερβά ρίξε το σίδερο, δεξιά το παλαμάρι, στείλε τον μούτσο σο νερό, τον μάγερα σα ξύλα, στείλε τα κεμιτζόπουλα, ν’ ανοίξουνε το μνήμα μ’. Εκεί ση θάλασσα κοντά εκεί σο μοναστήρι ν’ ακούω θάλασσας φωνή, κεμιτζιδούν λαλία. Κι απάνω σο κεφάλι μου, φυτέψετε μια ’λαία και σης ελαίας σο κλωνί, κρεμάστε μια καντήλα, όταν περνά ο κύρης μου, λάδι να την γεμώνει κι όντις περνά η καλίτσα μου, ν’ ανάφτει το φιτίλι.
