.
.
Ασ̌ιγαρίπ’ς

Ασ̌ιγαρίπ’ς

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ασ̌ιγαρίπ’ς
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Ασ̌ιγαρίπ’ς¹ θα γράφκουμαι
[αμάν, αμάν, αμάν]
σα ψηλά τα ραχ̌ία
[ντό να ’ίνουμαι;]
Θα πίνω τα κρύα νερά,
[αμάν, αμάν, αμάν]
σύρω τη μαναχ̌ίαν²
[ντό να ’ίνουμαι;]

Ν’ αηλί, ν’ αηλί,
σο κιφάλι μ’ κάτ’ λαλεί
Έμορφην² που θα φιλεί
πάντα παρακαλεί

Ατός π’ ευτάει το σεβνταλούκ’
[αμάν, αμάν, αμάν]
θα έν’ πολλά τεχνίτες
[ντό να ’ίνουμαι;]
Θα έχ̌’ κάτας πορπάτεμαν
[αμάν, αμάν, αμάν]
και λάγγεμαν τσ̌εχρίτες³
[ντό να ’ίνουμαι;]

Ν’ αηλί, ν’ αηλί,
σο κιφάλι μ’ κάτ’ λαλεί
Έμορφην² που θα φιλεί
πάντα παρακαλεί

Η σεβντά και τον σεβνταλήν
[αμάν, αμάν, αμάν]
ντό πολλά τυρα̤ννίζει!
[ντό να ’ίνουμαι;]
Η νύχτα χρόνος πα να έν’
[αμάν, αμάν, αμάν]
ατόναν ’κι κοιμίζει
[ντό να ’ίνουμαι;]

Ν’ αηλί, ν’ αηλί,
σο κιφάλι μ’ κάτ’ λαλεί
Έμορφην² που θα φιλεί
πάντα παρακαλεί
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
ατόναναυτόν
ατόςαυτός
γράφκουμαιγράφομαι, εγγράφομαι
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
έχ̌’έχει
’ίνουμαιγίνομαι
κάταςγάτες
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιφάλικεφάλι
λάγγεμανπήδημα लङ्घ (laṅgh)
λαλείβγάζει λαλιά, καλεί, αποκαλεί, προσκαλεί, οδηγεί
μαναχ̌ίανμοναξιά
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
παπάλι, επίσης, ακόμα
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πορπάτεμανπερπάτημα
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı
σεβνταλούκ’έρωτας sevdalık
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
τεχνίτεςτεχνίτης
τυρα̤ννίζειτυραννάει, ταλαιπωρεί
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
ατόναναυτόν
ατόςαυτός
γράφκουμαιγράφομαι, εγγράφομαι
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
έχ̌’έχει
’ίνουμαιγίνομαι
κάταςγάτες
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιφάλικεφάλι
λάγγεμανπήδημα लङ्घ (laṅgh)
λαλείβγάζει λαλιά, καλεί, αποκαλεί, προσκαλεί, οδηγεί
μαναχ̌ίανμοναξιά
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
παπάλι, επίσης, ακόμα
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πορπάτεμανπερπάτημα
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı
σεβνταλούκ’έρωτας sevdalık
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
τεχνίτεςτεχνίτης
τυρα̤ννίζειτυραννάει, ταλαιπωρεί
Ασ̌ιγαρίπ’ς
Σημειώσεις
¹ Αγνώστου ετυμολογίας και έννοιας
² Ακούγεται να τραγουδάει «μαναχίαν» αντί «μαναχ̌ίαν» και «έμορφην» αντί του «έμορφον» ή «έμορφεσσα» της ποντιακής, κατ’ επιρροή και της νέας ελληνικής.
³ Στην ποντιακή λεξικογραφία απαντούν οι τύποι «ο τσ̌ιχρίτες (γεν. τη τσ̌ιχρίτε)» και «η τσ̌ιχρίτα (γεν. τη τσ̌ιχρίτας)» για την ακρίδα (βλ. Άνθιμος Παπαδόπουλος). Με βάση τον αρσενικό τύπο θα αναμενόταν η μορφή «λάγγεμαν τσ̌ιχρίτε», ενώ με τον θηλυκό «λάγγεμαν τσ̌ιχρίτας». Η καταγεγραμμένη εκφορά «τσ̌εχρίτες» φαίνεται να αποτελεί φωνητική παραλλαγή ή αναλογική προσαρμογή του τύπου μέσα στη ζωντανή προφορική εκτέλεση.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost