
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τα περιστέρι͜α πετούσαν [χαμηλά, περδικούλα μου] στους ουρανούς κι απάνω [λάμπεις, γαμπρέ μου, λάμπεις] Λάμπεις κι ολολορίζεις¹ [χαμηλά, περδικούλα μου] και πολλές καρδιές μαραίνεις [λάμπεις, γαμπρέ μου, λάμπεις] Έσεισεν τ’ έναν το φτερόν [χαμηλά, περδικούλα μου] κι ερράγεν το φτερό της [λάμπεις, νύφε μου, λάμπεις] Λάμπεις κι ολολορίζεις¹ [χαμηλά, περδικούλα μου] και πολλές καρδιές μαραίνεις [λάμπεις, νύφε μου, λάμπεις]
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλευση |
|---|---|---|---|
| ερράγεν | ράγισε | ||
| νύφε | νύφη |
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλ. |
|---|---|---|---|
| ερράγεν | ράγισε | ||
| νύφε | νύφη |

¹ ολολορίζεις: Σύμφωνα με τον Βαλαβάνη, η λέξη δε χρησιμοποιούνταν στο ιδίωμα της Κερασούντας και ο ίδιος δε μπόρεσε να εντοπίσει την ετυμολογία της. Σημειώνει ωστόσο πως πολλές φορές οι τραγουδιστές την πρόφεραν και ως «λοϊλορίζεις». Η λέξη αυτή εντοπίζεται σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα της ηπειρωτικής Ελλάδας ως λάμπω, ακτινοβολώ. Ίσως να προέρχεται από την αρχαία ελληνική, όπου το ρήμα «ὀλολύζω» σημαίνει κραυγάζω δυνατά, θρηνώ ή ζητωκραυγάζω με έντονη φωνή, συχνά σε θρησκευτικά ή συναισθηματικά φορτισμένα πλαίσια.
